Καλό σου ταξίδι, Θανάση
'Εφυγε ο Νάσος ξαφνικά, για πάντα. Φτώχυνε κι ο σύλλογος. Δεν μπορώ
να γράψω λέξη. Καλό σου ταξίδι, λεβέντη.
Ετικέτες
syllomesour
Το μοιραίο λάθος της καθαρίστριας (2 και τέλος)
(Κι αυτό τύπου W.C.)
Μαζεύτηκαν όλοι γύρω γύρω από το πτώμα. Οι κυρίες προσπαθούσαν
να καθησυχάσουν την τρομαγμένη καθαρίστρια. Οι άντρες προσπαθούσαν
ν΄αναγνωρίσουν το πτώμα, αλλά δεν μπορούσαν να το διακρίνουν καλά.
Η ομίχλη βρίσκοντας ανοιχτή την είσοδο της πολυκατοικίας είχε εισχωρήσει
στην οικοδομή. Βέβαια είχαν ανάψει τα κοινόχρηστα φώτα, αλλά τί να σου
κάνουν κι αυτά με τις μικρές τους λαμπίτσες που τους βάζουνε για
οικονομία ρεύματος. Εδώ χρειαζόταν φώτα ομίχλης! Αλλά ποιά
οικοδομή έχει φώτα ομίχλης. Πανάκριβα είναι.
Οι συζητήσεις έπαιρναν κι έδιναν. Η είσοδος της οικοδομής έμοιαζε
σαν οι ένοικοι να είχαν γενική συνέλευση για θέματα της οικοδομής.
Η μόνη διαφορά ήταν πως αυτή η μέρα δεν ήταν Κυριακή. Γιατί η
καθαρίστρια δεν έρχεται για τις σκάλες τις Κυριακές.
Μέσα σ΄αυτό το πανδαιμόνιο ατυχώς ή ευτυχώς η κυρία Λένα είχε αφήσει
μισάνοιχτη την πόρτα του διαμερίσματός της. Έτσι το χαριτωμένο σκυλάκι
της, η μικρή Λουλού, βρίσκοντας την πόρτα ανοιχτή την κοπάνησε και
κατεβαίνοντας προσεχτικά τις σκάλες έφτασε κάτω. Κανείς δεν το
αντιλήφτηκε. Το σκυλάκι βλεποντας έναν άνθρωπο ξαπλωμένο αμέσως
αναγνώρισε πως ήταν ο θυρωρός της οικοδομής. Δεν είχε την τύχη να
είναι ένα αστυνομικό σκυλάκι, αλλά αγαπούσε πολύ το θυρωρό, γιατί
εκείνος έβγαζε τη Λουλού για πιπί. Βέβαια το σκυλάκι δεν καταλάβαινε
την υστεροβουλία του θυρωρού. Εκείνος το πήγαινε το σκυλάκι για πιπί
όχι γιατί το αγαπούσε, αλλά γιατί δεν ήθελε να ρυπαίνονται οι σκάλες της
οικοδομής. Έτσι λοιπόν η μικρή Λουλού βρίσκοντας το θυρωρό
ξαπλωμένο άρπαξε την ευκαιρία να του δείξει την αγάπη της και
άρχισε να τον γλείφει με τη γλωσίτσα της κάτω από το δεξιό αυτί του.
Το γαργάλημα του αυτιού ξύπνησε το θυρωρό, που τεντώθηκε κι άρχισε
να χασμουριέται.
- ΖΕΙ ! ακούστηκε η φωνή του προέδρου της πολυκατοικίας.
- Ζωντανός είσαι, βρε ζώον, του πετά η γυναίκα του προέδρου της
οικοδομής κι εμείς αναστατωθήκαμε βλέποντας ένα πτώμα!
- Ήμουνα πτώμα... στην κούραση, είπε ο θυρωρός, κι αποκοιμήθηκα
χωρίς να το καταλάβω...και σκύβοντας στ΄αυτί του προέδρου της
οικοδομής εξηγούσε ψιθυριστά:
- Χτές το βράδι τα πίναμε με το φοιτητριάκι της φιλολογίας, που μένει
επάνω στο δώμα της πολυκατοικίας και της είπα να φέρει την άλλη φορά
και καμιά φίλη της για σας. Κι όσο για τα κοινόχρηστα που χρωστάει, θα
το ταχτοποιήσουμε το θέμα. Ο πρόεδρος είναι καλό παληκάρι. Της είπα.
Εκείνη τη στιγμή, μόλις η καθαρίστρια συνειδητοποίησε πως το πτώμα
σηκώθηκε κι άρχισε να μιλάει με τον πρόεδρο, νόμισε πως βρυκολάκιασε.
Πάτησε τις τσιρίδες της και σωριάστηηκε στο μωσαϊκό.
Την ίδια στιγμή ο δέκατος τρίτος άντρας που προσπαθούσε να πάρει
τηλέφωνο την άμεση δράση της αστυνομίας και έβρισκε τη γραμμή
κατειλημένη από τα τηλεφωνήματα των άλλων δώδεκα κατάφερε επί
τέλους να πιάσει γραμμή. Μόλις άκουσε "άμεση δράση, λέγετε παρακαλώ"
ανεφώνησε:
- Γυναίκα, τόπιασα!
Ο αστυνομικός, που είχε αναλάβει φρέσκος τη βάρδια του κι ήταν
έτοιμος για δράση, (είχε απομονώσει από το τηλεφωνικό κέντρο το
συνάδελφο του - κομπιούτερ, που ήταν μόνο για τη νύχτα), ρώτησε΅
- Τί πιάσατε, κύριε;
- Ένα πτώμα! απάντησε ο δέκατος τρίτος άντρας.
- Μήπως κάνετε λάθος, κύριε; συνέχισε με ευγένεια ο αστυνομικός.
- Όχι, απάντησε ο δέκατος τρίτος άντρας. Εγώ δεν κάνω λάθος. Το λάθος
το έκανε η καθαρίστρια και τώρα είναι νεκρή!
- Το μοιραίο λάθος της καθαρίστριας, μονολόγησε ο αστυνομικός κι έπειτα
συνέχισε:
- Έτσι που μου τα περιγάφετε, μάλλον θα πρέπει να τηλεφωνήσετε στην
εκκλησία...
Χρυσόστομος
.
Μαζεύτηκαν όλοι γύρω γύρω από το πτώμα. Οι κυρίες προσπαθούσαν
να καθησυχάσουν την τρομαγμένη καθαρίστρια. Οι άντρες προσπαθούσαν
ν΄αναγνωρίσουν το πτώμα, αλλά δεν μπορούσαν να το διακρίνουν καλά.
Η ομίχλη βρίσκοντας ανοιχτή την είσοδο της πολυκατοικίας είχε εισχωρήσει
στην οικοδομή. Βέβαια είχαν ανάψει τα κοινόχρηστα φώτα, αλλά τί να σου
κάνουν κι αυτά με τις μικρές τους λαμπίτσες που τους βάζουνε για
οικονομία ρεύματος. Εδώ χρειαζόταν φώτα ομίχλης! Αλλά ποιά
οικοδομή έχει φώτα ομίχλης. Πανάκριβα είναι.
Οι συζητήσεις έπαιρναν κι έδιναν. Η είσοδος της οικοδομής έμοιαζε
σαν οι ένοικοι να είχαν γενική συνέλευση για θέματα της οικοδομής.
Η μόνη διαφορά ήταν πως αυτή η μέρα δεν ήταν Κυριακή. Γιατί η
καθαρίστρια δεν έρχεται για τις σκάλες τις Κυριακές.
Μέσα σ΄αυτό το πανδαιμόνιο ατυχώς ή ευτυχώς η κυρία Λένα είχε αφήσει
μισάνοιχτη την πόρτα του διαμερίσματός της. Έτσι το χαριτωμένο σκυλάκι
της, η μικρή Λουλού, βρίσκοντας την πόρτα ανοιχτή την κοπάνησε και
κατεβαίνοντας προσεχτικά τις σκάλες έφτασε κάτω. Κανείς δεν το
αντιλήφτηκε. Το σκυλάκι βλεποντας έναν άνθρωπο ξαπλωμένο αμέσως
αναγνώρισε πως ήταν ο θυρωρός της οικοδομής. Δεν είχε την τύχη να
είναι ένα αστυνομικό σκυλάκι, αλλά αγαπούσε πολύ το θυρωρό, γιατί
εκείνος έβγαζε τη Λουλού για πιπί. Βέβαια το σκυλάκι δεν καταλάβαινε
την υστεροβουλία του θυρωρού. Εκείνος το πήγαινε το σκυλάκι για πιπί
όχι γιατί το αγαπούσε, αλλά γιατί δεν ήθελε να ρυπαίνονται οι σκάλες της
οικοδομής. Έτσι λοιπόν η μικρή Λουλού βρίσκοντας το θυρωρό
ξαπλωμένο άρπαξε την ευκαιρία να του δείξει την αγάπη της και
άρχισε να τον γλείφει με τη γλωσίτσα της κάτω από το δεξιό αυτί του.
Το γαργάλημα του αυτιού ξύπνησε το θυρωρό, που τεντώθηκε κι άρχισε
να χασμουριέται.
- ΖΕΙ ! ακούστηκε η φωνή του προέδρου της πολυκατοικίας.
- Ζωντανός είσαι, βρε ζώον, του πετά η γυναίκα του προέδρου της
οικοδομής κι εμείς αναστατωθήκαμε βλέποντας ένα πτώμα!
- Ήμουνα πτώμα... στην κούραση, είπε ο θυρωρός, κι αποκοιμήθηκα
χωρίς να το καταλάβω...και σκύβοντας στ΄αυτί του προέδρου της
οικοδομής εξηγούσε ψιθυριστά:
- Χτές το βράδι τα πίναμε με το φοιτητριάκι της φιλολογίας, που μένει
επάνω στο δώμα της πολυκατοικίας και της είπα να φέρει την άλλη φορά
και καμιά φίλη της για σας. Κι όσο για τα κοινόχρηστα που χρωστάει, θα
το ταχτοποιήσουμε το θέμα. Ο πρόεδρος είναι καλό παληκάρι. Της είπα.
Εκείνη τη στιγμή, μόλις η καθαρίστρια συνειδητοποίησε πως το πτώμα
σηκώθηκε κι άρχισε να μιλάει με τον πρόεδρο, νόμισε πως βρυκολάκιασε.
Πάτησε τις τσιρίδες της και σωριάστηηκε στο μωσαϊκό.
Την ίδια στιγμή ο δέκατος τρίτος άντρας που προσπαθούσε να πάρει
τηλέφωνο την άμεση δράση της αστυνομίας και έβρισκε τη γραμμή
κατειλημένη από τα τηλεφωνήματα των άλλων δώδεκα κατάφερε επί
τέλους να πιάσει γραμμή. Μόλις άκουσε "άμεση δράση, λέγετε παρακαλώ"
ανεφώνησε:
- Γυναίκα, τόπιασα!
Ο αστυνομικός, που είχε αναλάβει φρέσκος τη βάρδια του κι ήταν
έτοιμος για δράση, (είχε απομονώσει από το τηλεφωνικό κέντρο το
συνάδελφο του - κομπιούτερ, που ήταν μόνο για τη νύχτα), ρώτησε΅
- Τί πιάσατε, κύριε;
- Ένα πτώμα! απάντησε ο δέκατος τρίτος άντρας.
- Μήπως κάνετε λάθος, κύριε; συνέχισε με ευγένεια ο αστυνομικός.
- Όχι, απάντησε ο δέκατος τρίτος άντρας. Εγώ δεν κάνω λάθος. Το λάθος
το έκανε η καθαρίστρια και τώρα είναι νεκρή!
- Το μοιραίο λάθος της καθαρίστριας, μονολόγησε ο αστυνομικός κι έπειτα
συνέχισε:
- Έτσι που μου τα περιγάφετε, μάλλον θα πρέπει να τηλεφωνήσετε στην
εκκλησία...
Χρυσόστομος
.
Ετικέτες
syllomesour
Το μοιραίο λάθος της καθαρίστριας (1)
(Μυθιστόρημα τύπου W.C.)
( Αστυνομική ιστορία φαντασίας, εμπνευσμένη από μια φωτογραφία με
αυτόγραφο ενός τουρίστα, συνταξιούχου αστυνομικού.
Η φωτογραφία είχε μια τρύπα σε μέγεθος σφαίρας από πιστόλι ακριβώς
στο σημείο του στήθους που μπαίνει ένα γαρύφαλλο ανοιχτό, δηλαδή στο
μέρος της καρδιάς. Το ανοιχτό γαρύφαλλο συμβολίζει και άνθρωπο.
Ανοιχτός άνθρωπος. Ενώ το κλειστό γαρύφαλλο, στον κόσμο των
λουλουδιών, είναι απλά ένα μπουμπούκι, στον κόσμο των ανθρώπων
ένα μπουμπούκι μπορεί να αξίζει περισσότερο από ένα ανοιχτό γαρύφαλλο.
Γιατί το μπουμπούκι σου δίνει την ευχαρίστηση να το περιποιηθείς και να
το κάνεις ανοιχτό γαρύφαλλο.)
Εκείνο το πρωί η καθαρίστρια, περπατώντας αργά μέσα στην ομίχλη, πήγε
να καθαρίσει, όπως κάθε μέρα, τις σκάλες της οικοδομής στην οδό
Εγκλήματος και Δολοφονιών γωνία. Μόλις πλησίασε στην κυρία είσοδο
της πολυκατοικίας βρήκε την πόρτα ορθάνοιχτη και κάτω στο μωσαϊκό ένα
πτώμα. Παρά λίγο θα το πατούσε, αλλά ας είναι καλά η μακαρίτισα η
γιαγιά της που από μικρή τη δίδαξε να μη πατάει επί πτωμάτων.
Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια από την τρομάρα που πήρε, αλλά έμεινε
στη θέση της, γιατί φοβόταν να μη θεωρηθεί ύποπτη για φόνο, αν κάποιος
την έβλεπε να τρέχει. Άρχισε τότε να πατάει όλα μαζί τα κουμπιά των
κουδουνιών της πολυκατοικίας. Από το θυροτηλέφωνο ακούστηκαν τότε
φωνές, πολλές φωνές μαζί.
- Ποιός είναι;
- Ένα πτώμα...Ένα πτώμα στην είσοδο! φώναζε η καθαρίστρια.
Αμέσως άνοιξαν οι μπαλκονόπορτες κι όλες με τα νυχτικά τους πετάχτηκαν
στα μπαλκόνια και σκύβανε στο δρομο να δουν τι συμβαίνει. Ενώ οι άντρες,
σαν άντρες, διατήρησαν την ψυχραιμία τους και έπιασαν το τηλέφωνο να
ειδοποιήσουν την αστυνομία.
Το τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης της αστυνομίας είχε δώδεκα
γραμμές και ήταν συνδεμένο μ' ένα κομπιούτερ, "ο αστυνομικός
τηλεφωνητής υπηρεσίας", που μόλις έπαιρνε ένα τηλεφώνημα έδινε εντολή
μέσω δορυφόρου στο αντίστοιχο περιπολικό - και τα περιπολικά ήταν
δώδεκα - για να επιληφθεί του θέματος.
Έτσι λοιπόν ο πρώτος άντρας, ο πιο γρήγορος, σχημάτισε τον αριθμό
τηλεφώνου της Άμεσης Δράσης της αστυνομίας, στο τηλεφωνικό κέντρο
της Άμεσης Δράσης άρχισε ν' αναβοσβύνει το φωτάκι της πρώτης γραμμής,
η πρώτη γραμμή συνδέθηκε με το κομπιούτερ και το κομπιούτερ έδωσε
εντολή στο πρώτο περιπολικό να πάει στον τόπο του εγκλήματος.
Ο δεύτερος άντρας κατέλαβε τη δεύτερη γραμμή, όπως ήταν φυσικό, γιατί
η πρώτη γραμμή ήταν κατειλημμένη από τον πρώτο άντρα. Η δεύτερη
γραμμή συνδέθηκε αυτόματα με το κομπιούτερ και το κομπιούτερ μέσω
του δορυφόρου έδωσε εντολή στο δεύτερο περιπολικό να σπεύσει στον
τόπο του εγκλήματος.
Η ίδια διαδικασία επαναλήφτηκε με τον τρίτο άντρα, με τον τέταρτο, κλπ
μέχρι τον δωδέκατο κι έτσι δώδεκα περιπολικά με τις σειρήνες στο τέρμα
να σφυρίζουν έτρεχαν στον τόπο του εγκλήματος.
Ο δέκατος τρίτος άντρας βρήκε τον αριθμό της αστυνομίας κατειλημμένο
από τους δώδεκα προηγούμενους και είχε τρελαθεί από την αφωνία που
δεν μπορεί να πιάσει γραμμή.
Σε λίγο το πρώτο περιπολικό της αστυνομίας έφτανε στον τόπο του
εγκλήματoς. Μόλις ο οδηγός του είδε στο καθρεφτάκι του περιπολικού
νάρχεται πίσω του το δεύτερο περιπολικό λέει στον αρχιφύλακα που
καθόταν δίπλα του. "Δεν πάμε να φύγουμε, πίσω μας είναι το νάμπαρ τού.
Άστους αυτούς να βγάλουν το φίδι απο την τρύπα." Κι έφυγαν.
Το νάμπαρ τού περιπολικό βλέποντας το πρώτο να φεύγει και βλέποντας
στο καθρεφτάκι το τρίτο περιπολικό να έρχεται έφυγε κι αυτό.
Το ίδιο έγινε και με το τρίτο περιπολικό. κλπ. Έτσι και τα δώδεκα
περιπολικά έφυγαν από τον τόπο του εγκλήματος χωρίς να επιληφθούν
του θέματος.
Ειδικά το δωδέκατο περιπολικό είχε το πιο ισχυρό κίνητρο να φύγει.
Για να φύγουν τα άλλα περιπολικά μάλλον επρόκειτο για τηλεφώνημα
φάρσα.
Η ώρα κυλούσε και οι ένοικοι της οικοδομής βλέποντας πως ακόμα δεν
φάνηκε η αστυνομία - θυμήθηκαν πως κάπως έτσι γίνεται κι όταν δύο
αυτοκίνητα τρακάρουν και περιμένουν την τροχαία - έριξαν κάτι πάνω τους
και κατέβηκαν όλοι στην είσοδο της οικοδομής.
(συνεχίζεται ... για δεύτερη αφόδευση)
.
( Αστυνομική ιστορία φαντασίας, εμπνευσμένη από μια φωτογραφία με
αυτόγραφο ενός τουρίστα, συνταξιούχου αστυνομικού.
Η φωτογραφία είχε μια τρύπα σε μέγεθος σφαίρας από πιστόλι ακριβώς
στο σημείο του στήθους που μπαίνει ένα γαρύφαλλο ανοιχτό, δηλαδή στο
μέρος της καρδιάς. Το ανοιχτό γαρύφαλλο συμβολίζει και άνθρωπο.
Ανοιχτός άνθρωπος. Ενώ το κλειστό γαρύφαλλο, στον κόσμο των
λουλουδιών, είναι απλά ένα μπουμπούκι, στον κόσμο των ανθρώπων
ένα μπουμπούκι μπορεί να αξίζει περισσότερο από ένα ανοιχτό γαρύφαλλο.
Γιατί το μπουμπούκι σου δίνει την ευχαρίστηση να το περιποιηθείς και να
το κάνεις ανοιχτό γαρύφαλλο.)
Εκείνο το πρωί η καθαρίστρια, περπατώντας αργά μέσα στην ομίχλη, πήγε
να καθαρίσει, όπως κάθε μέρα, τις σκάλες της οικοδομής στην οδό
Εγκλήματος και Δολοφονιών γωνία. Μόλις πλησίασε στην κυρία είσοδο
της πολυκατοικίας βρήκε την πόρτα ορθάνοιχτη και κάτω στο μωσαϊκό ένα
πτώμα. Παρά λίγο θα το πατούσε, αλλά ας είναι καλά η μακαρίτισα η
γιαγιά της που από μικρή τη δίδαξε να μη πατάει επί πτωμάτων.
Ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια από την τρομάρα που πήρε, αλλά έμεινε
στη θέση της, γιατί φοβόταν να μη θεωρηθεί ύποπτη για φόνο, αν κάποιος
την έβλεπε να τρέχει. Άρχισε τότε να πατάει όλα μαζί τα κουμπιά των
κουδουνιών της πολυκατοικίας. Από το θυροτηλέφωνο ακούστηκαν τότε
φωνές, πολλές φωνές μαζί.
- Ποιός είναι;
- Ένα πτώμα...Ένα πτώμα στην είσοδο! φώναζε η καθαρίστρια.
Αμέσως άνοιξαν οι μπαλκονόπορτες κι όλες με τα νυχτικά τους πετάχτηκαν
στα μπαλκόνια και σκύβανε στο δρομο να δουν τι συμβαίνει. Ενώ οι άντρες,
σαν άντρες, διατήρησαν την ψυχραιμία τους και έπιασαν το τηλέφωνο να
ειδοποιήσουν την αστυνομία.
Το τηλεφωνικό κέντρο της Άμεσης Δράσης της αστυνομίας είχε δώδεκα
γραμμές και ήταν συνδεμένο μ' ένα κομπιούτερ, "ο αστυνομικός
τηλεφωνητής υπηρεσίας", που μόλις έπαιρνε ένα τηλεφώνημα έδινε εντολή
μέσω δορυφόρου στο αντίστοιχο περιπολικό - και τα περιπολικά ήταν
δώδεκα - για να επιληφθεί του θέματος.
Έτσι λοιπόν ο πρώτος άντρας, ο πιο γρήγορος, σχημάτισε τον αριθμό
τηλεφώνου της Άμεσης Δράσης της αστυνομίας, στο τηλεφωνικό κέντρο
της Άμεσης Δράσης άρχισε ν' αναβοσβύνει το φωτάκι της πρώτης γραμμής,
η πρώτη γραμμή συνδέθηκε με το κομπιούτερ και το κομπιούτερ έδωσε
εντολή στο πρώτο περιπολικό να πάει στον τόπο του εγκλήματος.
Ο δεύτερος άντρας κατέλαβε τη δεύτερη γραμμή, όπως ήταν φυσικό, γιατί
η πρώτη γραμμή ήταν κατειλημμένη από τον πρώτο άντρα. Η δεύτερη
γραμμή συνδέθηκε αυτόματα με το κομπιούτερ και το κομπιούτερ μέσω
του δορυφόρου έδωσε εντολή στο δεύτερο περιπολικό να σπεύσει στον
τόπο του εγκλήματος.
Η ίδια διαδικασία επαναλήφτηκε με τον τρίτο άντρα, με τον τέταρτο, κλπ
μέχρι τον δωδέκατο κι έτσι δώδεκα περιπολικά με τις σειρήνες στο τέρμα
να σφυρίζουν έτρεχαν στον τόπο του εγκλήματος.
Ο δέκατος τρίτος άντρας βρήκε τον αριθμό της αστυνομίας κατειλημμένο
από τους δώδεκα προηγούμενους και είχε τρελαθεί από την αφωνία που
δεν μπορεί να πιάσει γραμμή.
Σε λίγο το πρώτο περιπολικό της αστυνομίας έφτανε στον τόπο του
εγκλήματoς. Μόλις ο οδηγός του είδε στο καθρεφτάκι του περιπολικού
νάρχεται πίσω του το δεύτερο περιπολικό λέει στον αρχιφύλακα που
καθόταν δίπλα του. "Δεν πάμε να φύγουμε, πίσω μας είναι το νάμπαρ τού.
Άστους αυτούς να βγάλουν το φίδι απο την τρύπα." Κι έφυγαν.
Το νάμπαρ τού περιπολικό βλέποντας το πρώτο να φεύγει και βλέποντας
στο καθρεφτάκι το τρίτο περιπολικό να έρχεται έφυγε κι αυτό.
Το ίδιο έγινε και με το τρίτο περιπολικό. κλπ. Έτσι και τα δώδεκα
περιπολικά έφυγαν από τον τόπο του εγκλήματος χωρίς να επιληφθούν
του θέματος.
Ειδικά το δωδέκατο περιπολικό είχε το πιο ισχυρό κίνητρο να φύγει.
Για να φύγουν τα άλλα περιπολικά μάλλον επρόκειτο για τηλεφώνημα
φάρσα.
Η ώρα κυλούσε και οι ένοικοι της οικοδομής βλέποντας πως ακόμα δεν
φάνηκε η αστυνομία - θυμήθηκαν πως κάπως έτσι γίνεται κι όταν δύο
αυτοκίνητα τρακάρουν και περιμένουν την τροχαία - έριξαν κάτι πάνω τους
και κατέβηκαν όλοι στην είσοδο της οικοδομής.
(συνεχίζεται ... για δεύτερη αφόδευση)
.
Ετικέτες
syllomesour
Μονόδρομος
Ο κ. Χ. οδηγεί το αυτοκίνητό του ανάποδα στο μονόδρομο, μεγάλης
κυκλοφορίας. Στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ακούει τον εκφωνητή
να λεει:
- Προσοχή, παρακαλούνται οι οδηγοί που βρίσκονται στο μονόδρομο
τάδε να προσέχουν γιατί κάποιος πηγαίνει ανάποδα στο μονόδρομο.
Ο κ. Χ. λέει¨
- Τί λέει αυτός ο βλάκας ο εκφωνητής; Εδώ όλοι ανάποδα πηγαίνουν!...
Σχόλια.
1. Στο μονόδρομο της ζωής ο καθένας βλέπει όλους τους άλλους να
πηγαίνουν ανάποδα!...
2. Στο μονόδρομο "οδός Αναπαύσεως" και τα ραδίκια βλέπονται ανάποδα.
Δίδαγμα:
Προσοχή στους μονοδρόμους!
.
κυκλοφορίας. Στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ακούει τον εκφωνητή
να λεει:
- Προσοχή, παρακαλούνται οι οδηγοί που βρίσκονται στο μονόδρομο
τάδε να προσέχουν γιατί κάποιος πηγαίνει ανάποδα στο μονόδρομο.
Ο κ. Χ. λέει¨
- Τί λέει αυτός ο βλάκας ο εκφωνητής; Εδώ όλοι ανάποδα πηγαίνουν!...
Σχόλια.
1. Στο μονόδρομο της ζωής ο καθένας βλέπει όλους τους άλλους να
πηγαίνουν ανάποδα!...
2. Στο μονόδρομο "οδός Αναπαύσεως" και τα ραδίκια βλέπονται ανάποδα.
Δίδαγμα:
Προσοχή στους μονοδρόμους!
.
ΑΛΙΚΗ ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
Απόψε, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Θέρμης, όπου παρουσιάστηκε η
νέα σου ποιητική συλλογή ΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΣ (εκδόσεις Γαβριηλίδης),
νοιώσαμε, με τα βραβευμένα ποιηματά σου, σαν σε μιά νέα "χώρα των
θαυμάτων". Με τη δική μας Αλίκη!
Νάσαι καλά, "κούκλα" μας!
Εμείς, οι συλλομεσούρ, και φίλοι του Βαγγέλη και του Βαγγέλη.
.
νέα σου ποιητική συλλογή ΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΣ (εκδόσεις Γαβριηλίδης),
νοιώσαμε, με τα βραβευμένα ποιηματά σου, σαν σε μιά νέα "χώρα των
θαυμάτων". Με τη δική μας Αλίκη!
Νάσαι καλά, "κούκλα" μας!
Εμείς, οι συλλομεσούρ, και φίλοι του Βαγγέλη και του Βαγγέλη.
.
Ευχαριστούμε
.
Ευχαριστούμε για τις ευχές σας προς
1.- τη Σοφούλα, που τη λέτρευε κι ένιωθε κοντά της φιλόσοφος ...
2.- την Ελπίδα, φυσικά του Πελοπίδα ...
ο σύλλογος
.
Ευχαριστούμε για τις ευχές σας προς
1.- τη Σοφούλα, που τη λέτρευε κι ένιωθε κοντά της φιλόσοφος ...
2.- την Ελπίδα, φυσικά του Πελοπίδα ...
ο σύλλογος
.
Το σούπερ αεροπλάνο
.
Η επίδειξη.
Μεγάλη εταιρία κατασκευής αεροσκαφών θα έκανε επίδειξη του
τελευταίου σούπερ αεροπλάνου στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας.
Είχαν προσέλθει χιλιάδες κόσμου, επίσημοι και μη, ρεπόρτερς κλπ να
παρακολουθήσουν την πρώτη πτήση. Μεγάλο πανηγύρι στο αεροδρόμιο.
Ακούστηκαν οι μηχανές σαν τραγούδι, οι τροχοί άρχισαν να τσουλάνε
στο διάδρομο του αεροδρομίου, φούντωσε ο θόρυβος των μηχανών και
το αεροπλάνο αρχισε να ανεβαίνει.
΄Ομως για μια στιγμή ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος, τα φτερά του
αεροπλάνου έσπασαν και οι ρόδες του ξαναπάτησαν στο διάδρομο.
Ρεζίλι των σκυλιών που λένε για την εταιρία.
.
Η σύσκεψη.
Συγκέντρωση όλου του προσωπικού της εταιρίας να βρεθεί η αιτία και η
λύση. Απόλυτη ησυχία στην αίθουσα, κανείς δεν είχε κάτι να πει. Οπότε
ακούστηκε μια τρεμουλιαστή φωνή απο τα τελευταία καθίσματα. Ήταν
ένας ασήμαντος λογιστάκος.
- Σερ, να κάνετε μιά σειρά τρύπες εκεί που σπάνε τα φτερά!
.
Η νέα επίδειξη.
Μεγάλη επιτυχία. Το αεροπλάνο πέταξε! Χαμός στο αεροδρόμιο.
Σαμπάνιες, ταραταντζούμ, τηλεοράσεις, χαμός.
.
Ο καλός διευθυντής.
Δεν παρασύρθηκε από τους πανηγυρισμούς. ΄Εβαλε να βρούν αυτόν που
είχε δώσει την ιδέα.Ζορίστηκε να τον βρεί γιατί ο λογιστάκος από το φόβο
του είχε κρυφτεί.Τελικά τον βρήκε, τον αγκάλιασε, και του λέει.
.
- Σε προάγω σε υποδιευθυντή της εταιρίας! Αλλά θέλω να μου πεις πώς
το σκέφτηκες
Ο λογιστάκος δειλά δειλά λέει.
- Ξέρετε κύριε διευθυντά, να πώς να σας το πω, στην τουαλέτα, κάθε φορά
που τραβάω το χαρτί υγείας να κοπεί, ποτέ δεν κόβεται στις τρύπες!!!
.
Η επίδειξη.
Μεγάλη εταιρία κατασκευής αεροσκαφών θα έκανε επίδειξη του
τελευταίου σούπερ αεροπλάνου στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας.
Είχαν προσέλθει χιλιάδες κόσμου, επίσημοι και μη, ρεπόρτερς κλπ να
παρακολουθήσουν την πρώτη πτήση. Μεγάλο πανηγύρι στο αεροδρόμιο.
Ακούστηκαν οι μηχανές σαν τραγούδι, οι τροχοί άρχισαν να τσουλάνε
στο διάδρομο του αεροδρομίου, φούντωσε ο θόρυβος των μηχανών και
το αεροπλάνο αρχισε να ανεβαίνει.
΄Ομως για μια στιγμή ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος, τα φτερά του
αεροπλάνου έσπασαν και οι ρόδες του ξαναπάτησαν στο διάδρομο.
Ρεζίλι των σκυλιών που λένε για την εταιρία.
.
Η σύσκεψη.
Συγκέντρωση όλου του προσωπικού της εταιρίας να βρεθεί η αιτία και η
λύση. Απόλυτη ησυχία στην αίθουσα, κανείς δεν είχε κάτι να πει. Οπότε
ακούστηκε μια τρεμουλιαστή φωνή απο τα τελευταία καθίσματα. Ήταν
ένας ασήμαντος λογιστάκος.
- Σερ, να κάνετε μιά σειρά τρύπες εκεί που σπάνε τα φτερά!
.
Η νέα επίδειξη.
Μεγάλη επιτυχία. Το αεροπλάνο πέταξε! Χαμός στο αεροδρόμιο.
Σαμπάνιες, ταραταντζούμ, τηλεοράσεις, χαμός.
.
Ο καλός διευθυντής.
Δεν παρασύρθηκε από τους πανηγυρισμούς. ΄Εβαλε να βρούν αυτόν που
είχε δώσει την ιδέα.Ζορίστηκε να τον βρεί γιατί ο λογιστάκος από το φόβο
του είχε κρυφτεί.Τελικά τον βρήκε, τον αγκάλιασε, και του λέει.
.
- Σε προάγω σε υποδιευθυντή της εταιρίας! Αλλά θέλω να μου πεις πώς
το σκέφτηκες
Ο λογιστάκος δειλά δειλά λέει.
- Ξέρετε κύριε διευθυντά, να πώς να σας το πω, στην τουαλέτα, κάθε φορά
που τραβάω το χαρτί υγείας να κοπεί, ποτέ δεν κόβεται στις τρύπες!!!
.
Ακορντεόν
.
Από φίλο, από χώρα που το ακκορντεόν έχει μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα
στα άλλα μουσικά όργανα, άκουσα το εξής, περίπου της ίδιας με το
ακορντεόν δημοτικότητας:
.
" Στην κηδεία της πεθεράς τρία ακορντεόν σκίσαμε" !
No comments και να τον συγχωρείτε, είναι καλό παιδί...
.
Από φίλο, από χώρα που το ακκορντεόν έχει μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα
στα άλλα μουσικά όργανα, άκουσα το εξής, περίπου της ίδιας με το
ακορντεόν δημοτικότητας:
.
" Στην κηδεία της πεθεράς τρία ακορντεόν σκίσαμε" !
No comments και να τον συγχωρείτε, είναι καλό παιδί...
.
Η σεμιζέτα
Η σεμιζέτα
Από τη ζήλια μου σου ξέσκισα τη σεμιζέτα που φορούσες!
Εθύμωσες και τώρα πια δε μου γελάς,
όπως αθώα και παιδιάστικα άλλες φορές χαμογελούσες,
κι όλο για τη σκισμένη σεμιζέτα σου μιλάς.
Τρελλή, δε συλλογιέσαι τα γεράματα
που θα ‘ρθει μια ημέρα, συμφορά,
που δεν θα ζεις με ζήλιες και με κλάματα
και θα ‘ναι όλα τα ρούχα σου γερά.
Τίμος Μωραϊτίνης
Από τη ζήλια μου σου ξέσκισα τη σεμιζέτα που φορούσες!
Εθύμωσες και τώρα πια δε μου γελάς,
όπως αθώα και παιδιάστικα άλλες φορές χαμογελούσες,
κι όλο για τη σκισμένη σεμιζέτα σου μιλάς.
Τρελλή, δε συλλογιέσαι τα γεράματα
που θα ‘ρθει μια ημέρα, συμφορά,
που δεν θα ζεις με ζήλιες και με κλάματα
και θα ‘ναι όλα τα ρούχα σου γερά.
Τίμος Μωραϊτίνης
Ετικέτες
Διδάξαντες,
ποιήματα
Παράθυρο ;
Σε μια επίσκεψή μου στο ψυχιατρείο, ρώτησα τον διευθυντή πώς
διακρίνει αν ένας ασθενής πρέπει ή όχι να εγκλειστεί.
-Είναι απλό, είπε ο διευθυντής, γεμίζουμε μια... μπανιέρα και
προσφέρουμε στον ή την ασθενή ένα κουταλάκι, ένα φλιτζάνι
του τσαγιού και έναν κουβά, ζητώντας να αδειάσει τη μπανιέρα.
-Α, κατάλαβα, είπα, ένα φυσιολογικό άτομο θα χρησιμοποιήσει
τον κουβά γιατί είναι μεγαλύτερος από το κουταλάκι και το φλιτζάνι.
-Όχι, είπε ο διευθυντής, ένα φυσιολογικό άτομο θα τραβούσε την τάπα.
Προτιμάτε κρεβάτι κοντά στο παράθυρο;!!!
(Χριστάκης)
διακρίνει αν ένας ασθενής πρέπει ή όχι να εγκλειστεί.
-Είναι απλό, είπε ο διευθυντής, γεμίζουμε μια... μπανιέρα και
προσφέρουμε στον ή την ασθενή ένα κουταλάκι, ένα φλιτζάνι
του τσαγιού και έναν κουβά, ζητώντας να αδειάσει τη μπανιέρα.
-Α, κατάλαβα, είπα, ένα φυσιολογικό άτομο θα χρησιμοποιήσει
τον κουβά γιατί είναι μεγαλύτερος από το κουταλάκι και το φλιτζάνι.
-Όχι, είπε ο διευθυντής, ένα φυσιολογικό άτομο θα τραβούσε την τάπα.
Προτιμάτε κρεβάτι κοντά στο παράθυρο;!!!
(Χριστάκης)
Τα δικά μας δεν τελειώνουν
Πούλμαν Αθήνα-Θεσσαλονίκη, δυο παπούδες στο ίδιο κάθισμα, σ΄όλη
τη διαδρομή αμίλητοι.
Αποβίβαση, παραλαβή αποσκευών, ο ένας χτυπάει στην πλάτη τον άλλον
λέγοντας:
- Έτσι που λες, φίλε μου, τα δικά μας δεν τελειώνουν, γειά για την ώρα,
θα τα ...ξαναπούμε ...
τη διαδρομή αμίλητοι.
Αποβίβαση, παραλαβή αποσκευών, ο ένας χτυπάει στην πλάτη τον άλλον
λέγοντας:
- Έτσι που λες, φίλε μου, τα δικά μας δεν τελειώνουν, γειά για την ώρα,
θα τα ...ξαναπούμε ...
Σερενάδα στο παράθυρο του σοφού
Σοφέ μου, το τετράσοφο
Που σε φωτάει λυχνάρι
Nάτανε, λέει, φεγγάρι
Kαι συ είκοσι χρονώ !
Nάτανε τάχα η γνώση σου
Mε τον αγέρα αμάχη,
Για δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό…
Nάτανε τάχα η σκέψη σου
Συρτού χορού τραγούδια
Mιαν αγκαλιά λουλούδια
Mιαν ιστορία τρελλή,
Tα μύρια που δε γνώρισες
Nερό θαν τάειχες μάθει
Mε δάσκαλο τα πάθη
M' ένα κλεφτό φιλί.
Πολύ την καταφρόνεσες
Tη ζωή, πανάθεμά τη…
Kαι τώρα ; Eίναι φευγάτη
Σαν όνειρο πρωινό.
Που σε φωτάει λυχνάρι
Nάτανε, λέει, φεγγάρι
Kαι συ είκοσι χρονώ !
Nάτανε τάχα η γνώση σου
Mε τον αγέρα αμάχη,
Για δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό…
Nάτανε τάχα η σκέψη σου
Συρτού χορού τραγούδια
Mιαν αγκαλιά λουλούδια
Mιαν ιστορία τρελλή,
Tα μύρια που δε γνώρισες
Nερό θαν τάειχες μάθει
Mε δάσκαλο τα πάθη
M' ένα κλεφτό φιλί.
Πολύ την καταφρόνεσες
Tη ζωή, πανάθεμά τη…
Kαι τώρα ; Eίναι φευγάτη
Σαν όνειρο πρωινό.
Ζαχ. Παπαντωνίου
Ετικέτες
Διδάξαντες,
ποιήματα
Η ιδέα (3) - (τέλος, επι-τέλους)
Η ιδέα (3) - (τέλος, επι-τέλους)
................................
Η Ευτυχούλα, έτσι τη φώναζαν, (το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρία),
ήταν ένα από τα ομορφότερα - εκείνος θάλεγε το ομορφότερο απ' όλα -
κορίτσια στη γειτονιά. Και το πιο κεφάτο. Μην έβλεπε άνθρωπο
στεναχωρημένο. Από μικρή. Τί τούλεγε, τί τούκανε, στο τέλος τον
έκανε να γελάσει.
Στη γειτονιά. Στη γειτονιά, όπου παλιότερα είχε εγκαταστημένη τη
βιοτεχνία του. Κι όταν λέω παλιότερα εννοώ πριν από κείνο το νόμο
που έλεγε πως οι βιοτεχνίες θα πρέπει ν' απομακρυνθούν από τις
κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Το νόμο που μετά απ' αυτόν άρχισαν
οι βιοτεχνίες να μεταφέρονται γύρω από τις πόλεις, αλλά, ώσπου να
μαλλιάσουν στη νέα θέση τους οι βιοτεχνίες - πέτρα που κυλάει δε
μαλλιάζει - άρχισαν να μεγαλώνουν - χωρίς νόμο - και οι πόλεις κι έτσι
οι βιοτεχνίες βρίσκονταν πάλι μέσα σε κατοικημένες περιοχές κι ύστερα
έβγαινε πάλι νέος νόμος να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες έξω από τις
πόλεις, αλλά ώσπου να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες, οι πόλεις
ξαναμεγάλωναν - ξανά χωρίς νόμο - έτσι που θα μπορούσαμε και πάλι
απλά να πούμε πως η ζωή συνεχίζεται και επί το λαΐκότερον και, γιατί όχι,
πολιτικότερον " άστους να κυνηγιούνται".
Η Ευτυχούλα λοιιτόν με τη μπλε μαθητική ποδιά της και το άσπρο
γιακαδάκι της, κάθε μέρα που πήγαινε σχολείο, φρόντιζε να περνάει
μπροστά απ' τη βιοτεχνία του φίλου μας και κάθε μέρα επαναλαμβάνονταν
η ίδια στιχομυθία:
- Καλημέρα σας, κυρ Θανάση.
- Καλημέρα το κουκλί μας!
- Πώς πάει η δουλειά, κυρ Θανάση;
- Πώς πάει το σχολείο, Ευτυχούλα;
Όλα πήγαιναν καλά. Άμα φυσάει "ούριος άνεμος" , έστω και ανεπαίσθητα,
όλα πάνε καλά.
Αυτόν τον "ούριο άνεμο" έφερε στο μυαλό του κυρ Θανάση η καινούργια
ιδέα που έλαμπε σαν τον ήλιο την ώρα που ανατέλλει. Κι αυτή τη φορά,
με τη σειρά του, με μιά τσάντα στο χέρι,ο κυρ Θανάσης φρόντισε να
πέρασει μερικές φορές μπροστά από το σπίτι της Ευτυχούλας.
Βέβαια τώρα η Ευτυχούλα δεν ήταν πια μαθήτρια. Οι τόσες μεταφορές
των βιοτεχνιών είχαν δώσει και α' αυτή το χρόνο να μεστώσει. Από μια
"αχαμνή" μαθητριούλαι - ρίχνει μπόϊ, σκεφτόταν τότε ο κυρ Θανάσης -
είχε γίνει μία ώριμη γυναίκα με ζηλευτά πιασίματα. Τον είδε και τον
γνώρισε απ' την πρώτη μέρα τον κυρ Θανάση. Η τσάντα του της θύμισε
τη μαθητική στολή της. Πώς αλλάζουν τα πράγματα. Τώρα ο κυρ
Θανάσης έμοιαζε σα μαθητής. Ήταν λίγο αστείος. Όμως την ήθελε
την τσάντα, έτσι για να φαίνεται πως πάει για κάποια δουλειά. Όμως
εκείνη δεν βγήκε να τον χαιρετίσει. Φυσιιιά ποτέ της δεν πίστεψε οτι η
παρουσία του ιιυρ Θανάση στη γειτονιά της σήμαινε πως οι βιοτεχνίες
ξαναγυρίζουν στις κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Για να συμβεί
κάτι τέτοιο θα χρειαστει να περάσουν πολλά χρόνια.
Την τρίτη μέρα, την ώρα που περνούσε ο κυρ Θανάσης, η Ευτυχούλα
βγήκε στο μπαλκονάκι της κι έκανε πως τινάζει μία φλοκάτη που πήρε
βιαστικά από το μπαούλο της.
Ο κυρ Θανάαης αμέσως κατάλαβε το νόημα του τινάγματος της
φλοκάτης, γιατί η φλοκάτη, όσο κι αν τη χτύπαγε δυνατά η Ευτυχούλα,
δεν έβγαζε καθόλου σκόνη. Εξ άλλου, ήταν σχεδόν καλοκαίρι.
Πλησίασε δισταχτικά προς το μπαλκόνι της. Εκείνη τον κοίταξε.
- Καλημέρα σας, κυρία . . . Ευτυχούλα! της λέει. Εκείνη χαμογέλασε .
- Ε, όχι και "κυρία Ευτυχούλα", του λέει. Νωρίς είναι ακόμα.
Να τελειώσουμε πρώτα τις σπουδές μας και βλέπουμε.
- Τί σπουδάζεις; Ρωτάει κάπως αδέξια.
- Ιατρική, κι όπου νάναι παίρνω και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος...
- Τί ειδικότητα; ρωτάει.
- Γενική Φυσιολογία, του λέει.
- Δηλαδή; συνέχιζε να ρωτάει σα μαθητής ο κυρ Θανάσης.
- Να, πως να ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το πως τον έφτιαξε η φύση!
Δεν πολυκατάλαβε ο κυρ Θανάσης. Δεν θέλησε να ρωτήσει περισότερα.
Ήταν σχεδόν έτοιμος να της πει "χάρηκα που σε είδα κτλ" και να φύγει.
Εκείνη όμως τον πρόλαβε.
- Τί ωραία τσάντα είν' αυτή, κυρ Θανάση! Γεμάτη λεφτά ή πας σχολείο...
Ήταν έτοιμος να της πεί "για ποιά λεφτά κλπ", αλλά σκέφτηκε πως θάταν
καλύτερο να μη τπς αλλάξει την εντύπωση που τον θεωρούσε παραλή
και το γύρισε στο σχολείο. Εκεί ο άνεμος ήταν πιο ούριος.
- Ποιό σχολείο, καλέ. Τα γκρίζα μαλιά δεν είναι για το σχολείο.
- Ναι, αλλά τα γκρίζα μαλλιά έχουν τη γοητεία τους, τον πρόλαβε εκείνη.
Ήταν έτοιμος να της πεί "ο λόγος σου με χόρτασε", αλλά τη σκέψη του
αυτή την πήρε μακρυά ο άνεμος ο ούριος.
- Έλα πάνω να πιούμε ένα καφεδάκι και να τα πούμε, του λέει.
- Εσύ, ολόκληρη γιατρέσσα, θα κάτσεις να κάνεις καφεδάκι σε μένα;
της λέει κι είχε αρχίσει να φοβάται πως έκανε γκέλα.
- Τί είναι αυτά που λες, κυρ Θανάση; Επειδή, δηλαδή, έγινα γιατρέσσα,
έπαψα να είμαι άνθρωπος; Έλα πάνω να σου κάνω ένα καφέ με πολλές
φουσκάλες να γεμίσει η τσάντα σου λεφτά. Και μερακλίδικο σαν τα
μπλουζάκια που κάνεις εού στη βιοτεχνία σου!
Παρα λίγο να του ξέφευγε του κυρ Θανάση "όπα" και επί το
αμερικανικώτερο "μπίγκο".
Για το πως ανέβηκε ο κυρ Θανάσης τα σκαλοπάτια και για διάφορες
άλλες τεχνικές μικρολεπτομέρειες αφήνουμε τη λογοτεχνική σας
φαντασία να περιγράψει. Εμείς περιοριζόμαστε να γράφουμε ιστορία!
.........................................
Την ώρα που έπιναν το καφεδάκι τους και τα λέγανε σαν τον παλιό
καλό καιρό, δυό μύγες στριφογύριζαν πάνω από το φλυτζάνι με τον
καφέ του κυρ Θανάση και ήταν σίγουρο πως κάποια στιγμή θα έπεφταν
μέσα στον καφέ.
Ο κυρ Θανάσης τις έδιωξε μιά δυό φορές με το χέρι του. Όμως οι
μύγες ξαναγύρισαν στο φλυτζάνι του. Τότε ο κυρ Θανάσης, με μια
κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει το φόρτε,
τις έπιασε και τις δύο μαζί. Τις κράτησε μες τη χούφτα του και όταν
τελείωσε τον καφέ του τις άφησε να φύγουν. Γυρίζοντας προς την
Ευτυχούλα, είπε: "Άστους να κυνηγιούνται" ή επί το βιοτεχνικότερον
"η ζωή συνεχίζεται"...
.............................
Εκείνη την ώρα μιά ομάδα από μικρές μαθήτριες που γύριζαν χαρωπές
από το σχολείο ακούστηκε να τραγουδούν:
- Βρε, πού πας, Παντελή, βρε πού πας, Παντελάκη,
με χαρά περισσή στην καρδιά σου...
Και από πίσω τους, μια ομάδα από αγοράκια, κάνοντας όσο γινόταν
μπάση τη φωνή τους, απαντούσαν:
- Πάω στη Μαρία μου,
πούναι η ευτυχία μου...
......
ΥΓ. Για όσους που πιθανό να μη θυμούνται τη μελωδία αυτού του
τραγουδιού μπορούμε να στείλουμε αντίγραφο με τις νότες από το
αρχείο του μουσικού τμήματος του συλλόγου μας.
Μαρία με τα κίτρινα
=================
................................
Η Ευτυχούλα, έτσι τη φώναζαν, (το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρία),
ήταν ένα από τα ομορφότερα - εκείνος θάλεγε το ομορφότερο απ' όλα -
κορίτσια στη γειτονιά. Και το πιο κεφάτο. Μην έβλεπε άνθρωπο
στεναχωρημένο. Από μικρή. Τί τούλεγε, τί τούκανε, στο τέλος τον
έκανε να γελάσει.
Στη γειτονιά. Στη γειτονιά, όπου παλιότερα είχε εγκαταστημένη τη
βιοτεχνία του. Κι όταν λέω παλιότερα εννοώ πριν από κείνο το νόμο
που έλεγε πως οι βιοτεχνίες θα πρέπει ν' απομακρυνθούν από τις
κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Το νόμο που μετά απ' αυτόν άρχισαν
οι βιοτεχνίες να μεταφέρονται γύρω από τις πόλεις, αλλά, ώσπου να
μαλλιάσουν στη νέα θέση τους οι βιοτεχνίες - πέτρα που κυλάει δε
μαλλιάζει - άρχισαν να μεγαλώνουν - χωρίς νόμο - και οι πόλεις κι έτσι
οι βιοτεχνίες βρίσκονταν πάλι μέσα σε κατοικημένες περιοχές κι ύστερα
έβγαινε πάλι νέος νόμος να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες έξω από τις
πόλεις, αλλά ώσπου να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες, οι πόλεις
ξαναμεγάλωναν - ξανά χωρίς νόμο - έτσι που θα μπορούσαμε και πάλι
απλά να πούμε πως η ζωή συνεχίζεται και επί το λαΐκότερον και, γιατί όχι,
πολιτικότερον " άστους να κυνηγιούνται".
Η Ευτυχούλα λοιιτόν με τη μπλε μαθητική ποδιά της και το άσπρο
γιακαδάκι της, κάθε μέρα που πήγαινε σχολείο, φρόντιζε να περνάει
μπροστά απ' τη βιοτεχνία του φίλου μας και κάθε μέρα επαναλαμβάνονταν
η ίδια στιχομυθία:
- Καλημέρα σας, κυρ Θανάση.
- Καλημέρα το κουκλί μας!
- Πώς πάει η δουλειά, κυρ Θανάση;
- Πώς πάει το σχολείο, Ευτυχούλα;
Όλα πήγαιναν καλά. Άμα φυσάει "ούριος άνεμος" , έστω και ανεπαίσθητα,
όλα πάνε καλά.
Αυτόν τον "ούριο άνεμο" έφερε στο μυαλό του κυρ Θανάση η καινούργια
ιδέα που έλαμπε σαν τον ήλιο την ώρα που ανατέλλει. Κι αυτή τη φορά,
με τη σειρά του, με μιά τσάντα στο χέρι,ο κυρ Θανάσης φρόντισε να
πέρασει μερικές φορές μπροστά από το σπίτι της Ευτυχούλας.
Βέβαια τώρα η Ευτυχούλα δεν ήταν πια μαθήτρια. Οι τόσες μεταφορές
των βιοτεχνιών είχαν δώσει και α' αυτή το χρόνο να μεστώσει. Από μια
"αχαμνή" μαθητριούλαι - ρίχνει μπόϊ, σκεφτόταν τότε ο κυρ Θανάσης -
είχε γίνει μία ώριμη γυναίκα με ζηλευτά πιασίματα. Τον είδε και τον
γνώρισε απ' την πρώτη μέρα τον κυρ Θανάση. Η τσάντα του της θύμισε
τη μαθητική στολή της. Πώς αλλάζουν τα πράγματα. Τώρα ο κυρ
Θανάσης έμοιαζε σα μαθητής. Ήταν λίγο αστείος. Όμως την ήθελε
την τσάντα, έτσι για να φαίνεται πως πάει για κάποια δουλειά. Όμως
εκείνη δεν βγήκε να τον χαιρετίσει. Φυσιιιά ποτέ της δεν πίστεψε οτι η
παρουσία του ιιυρ Θανάση στη γειτονιά της σήμαινε πως οι βιοτεχνίες
ξαναγυρίζουν στις κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Για να συμβεί
κάτι τέτοιο θα χρειαστει να περάσουν πολλά χρόνια.
Την τρίτη μέρα, την ώρα που περνούσε ο κυρ Θανάσης, η Ευτυχούλα
βγήκε στο μπαλκονάκι της κι έκανε πως τινάζει μία φλοκάτη που πήρε
βιαστικά από το μπαούλο της.
Ο κυρ Θανάαης αμέσως κατάλαβε το νόημα του τινάγματος της
φλοκάτης, γιατί η φλοκάτη, όσο κι αν τη χτύπαγε δυνατά η Ευτυχούλα,
δεν έβγαζε καθόλου σκόνη. Εξ άλλου, ήταν σχεδόν καλοκαίρι.
Πλησίασε δισταχτικά προς το μπαλκόνι της. Εκείνη τον κοίταξε.
- Καλημέρα σας, κυρία . . . Ευτυχούλα! της λέει. Εκείνη χαμογέλασε .
- Ε, όχι και "κυρία Ευτυχούλα", του λέει. Νωρίς είναι ακόμα.
Να τελειώσουμε πρώτα τις σπουδές μας και βλέπουμε.
- Τί σπουδάζεις; Ρωτάει κάπως αδέξια.
- Ιατρική, κι όπου νάναι παίρνω και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος...
- Τί ειδικότητα; ρωτάει.
- Γενική Φυσιολογία, του λέει.
- Δηλαδή; συνέχιζε να ρωτάει σα μαθητής ο κυρ Θανάσης.
- Να, πως να ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το πως τον έφτιαξε η φύση!
Δεν πολυκατάλαβε ο κυρ Θανάσης. Δεν θέλησε να ρωτήσει περισότερα.
Ήταν σχεδόν έτοιμος να της πει "χάρηκα που σε είδα κτλ" και να φύγει.
Εκείνη όμως τον πρόλαβε.
- Τί ωραία τσάντα είν' αυτή, κυρ Θανάση! Γεμάτη λεφτά ή πας σχολείο...
Ήταν έτοιμος να της πεί "για ποιά λεφτά κλπ", αλλά σκέφτηκε πως θάταν
καλύτερο να μη τπς αλλάξει την εντύπωση που τον θεωρούσε παραλή
και το γύρισε στο σχολείο. Εκεί ο άνεμος ήταν πιο ούριος.
- Ποιό σχολείο, καλέ. Τα γκρίζα μαλιά δεν είναι για το σχολείο.
- Ναι, αλλά τα γκρίζα μαλλιά έχουν τη γοητεία τους, τον πρόλαβε εκείνη.
Ήταν έτοιμος να της πεί "ο λόγος σου με χόρτασε", αλλά τη σκέψη του
αυτή την πήρε μακρυά ο άνεμος ο ούριος.
- Έλα πάνω να πιούμε ένα καφεδάκι και να τα πούμε, του λέει.
- Εσύ, ολόκληρη γιατρέσσα, θα κάτσεις να κάνεις καφεδάκι σε μένα;
της λέει κι είχε αρχίσει να φοβάται πως έκανε γκέλα.
- Τί είναι αυτά που λες, κυρ Θανάση; Επειδή, δηλαδή, έγινα γιατρέσσα,
έπαψα να είμαι άνθρωπος; Έλα πάνω να σου κάνω ένα καφέ με πολλές
φουσκάλες να γεμίσει η τσάντα σου λεφτά. Και μερακλίδικο σαν τα
μπλουζάκια που κάνεις εού στη βιοτεχνία σου!
Παρα λίγο να του ξέφευγε του κυρ Θανάση "όπα" και επί το
αμερικανικώτερο "μπίγκο".
Για το πως ανέβηκε ο κυρ Θανάσης τα σκαλοπάτια και για διάφορες
άλλες τεχνικές μικρολεπτομέρειες αφήνουμε τη λογοτεχνική σας
φαντασία να περιγράψει. Εμείς περιοριζόμαστε να γράφουμε ιστορία!
.........................................
Την ώρα που έπιναν το καφεδάκι τους και τα λέγανε σαν τον παλιό
καλό καιρό, δυό μύγες στριφογύριζαν πάνω από το φλυτζάνι με τον
καφέ του κυρ Θανάση και ήταν σίγουρο πως κάποια στιγμή θα έπεφταν
μέσα στον καφέ.
Ο κυρ Θανάσης τις έδιωξε μιά δυό φορές με το χέρι του. Όμως οι
μύγες ξαναγύρισαν στο φλυτζάνι του. Τότε ο κυρ Θανάσης, με μια
κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει το φόρτε,
τις έπιασε και τις δύο μαζί. Τις κράτησε μες τη χούφτα του και όταν
τελείωσε τον καφέ του τις άφησε να φύγουν. Γυρίζοντας προς την
Ευτυχούλα, είπε: "Άστους να κυνηγιούνται" ή επί το βιοτεχνικότερον
"η ζωή συνεχίζεται"...
.............................
Εκείνη την ώρα μιά ομάδα από μικρές μαθήτριες που γύριζαν χαρωπές
από το σχολείο ακούστηκε να τραγουδούν:
- Βρε, πού πας, Παντελή, βρε πού πας, Παντελάκη,
με χαρά περισσή στην καρδιά σου...
Και από πίσω τους, μια ομάδα από αγοράκια, κάνοντας όσο γινόταν
μπάση τη φωνή τους, απαντούσαν:
- Πάω στη Μαρία μου,
πούναι η ευτυχία μου...
......
ΥΓ. Για όσους που πιθανό να μη θυμούνται τη μελωδία αυτού του
τραγουδιού μπορούμε να στείλουμε αντίγραφο με τις νότες από το
αρχείο του μουσικού τμήματος του συλλόγου μας.
Μαρία με τα κίτρινα
=================
Ετικέτες
syllomesour
Τα λεφτά
Τα λεφτά τρέχουν πιο γρήγορα απ' τον άνθρωπο. Αν όταν γενήθηκες ήταν
πίσω σου, θα σε φτάσουν...
Χρυσόστομος
πίσω σου, θα σε φτάσουν...
Χρυσόστομος
Ετικέτες
syllomesour
Η ιδέα (2)
Η ιδέα (2)
συνεχίζει - ανάθεμά τον - ο Χρυσόστομος. Για να δούμε, θα τελειώσει...
...............................................
Αυτά σκεφτόταν ο άνθρωπος, όταν, αποκαμωμένος απ΄τη δουλειά τς μέρας,
είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας και με γυρμένο
το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του μισόκλειστα παρακολουθούσε
δυό μύγες να κυνηγιούνται.
................................................
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε που
λένε.
.................................................
Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή; Ούτε και κείνος ξέρει...
..................................................
Κι όμως, στο μυαλό του τριγύριζε μια ιδέα. Δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένη.
Ομως ήταν μιά ιδέα. Ένιωθε την αίγλη της. Την αίγλη της καινoύργιας ιδέας
που γεννιέται. Την αίγλη που σε λίγο αρχίζει να χάνεται με τoν ρυθμό που
η ιδέα πραγματοποιείται.
Έγειρε προς τα πίσω την καρέκλα του τόσο που η καρέκλα ακούμπησε
στον τοίχο. Ξάπλωσε πάνω στην καρέκλα πιο αναπαυτικά. Άπλωσε τα
πόδια του και τ' ακούμπησε πάνω στον μπάγκο εργασίας που ήταν
μπροστά του. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, αδιαφορώντας πια για τις
μύγες που συνέχιζαν να κυνηγιούνται. Άφησε, όπως θα μπορούσαμε να
πούμε, τη ζωή να συνεχίζεται ή επί το λαΐκώτερον "άστoυς να κυνηγιούνται"...
Και προσπάθησε να συγκεντρωθεί, για να μπορέσει να δεί πιο καθαρά
την καινoύργια ιδέα.Όμως η κούραση της μέρας ήταν τόση που, καθώς
έκλεισε τα μάτια του, αποκοιμήθηκε.
Όχι για πoλλή ώρα.
Ενώ κοιμόταν, φαίνεται, το μυαλό τoυ δoύλευε πάνω στην ιδέα. Κι αφού
την ξεκαθάρισε, τον ξύπνησε. Μαζί με την ιδέα που έλαμπε τώρα στo
μυαλό του σαν τον ήλιο πoυ ανατέλλει ένοιωθε και τo κορμί του ανάλαφρo.
Ο λίγος ύιτνoς, σα μάγoς, είχε αφαιρέσει από τo σώμα τoυ όλη την
κούραση της μέρας.
..................
συνεχίζει - ανάθεμά τον - ο Χρυσόστομος. Για να δούμε, θα τελειώσει...
...............................................
Αυτά σκεφτόταν ο άνθρωπος, όταν, αποκαμωμένος απ΄τη δουλειά τς μέρας,
είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας και με γυρμένο
το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του μισόκλειστα παρακολουθούσε
δυό μύγες να κυνηγιούνται.
................................................
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε που
λένε.
.................................................
Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή; Ούτε και κείνος ξέρει...
..................................................
Κι όμως, στο μυαλό του τριγύριζε μια ιδέα. Δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένη.
Ομως ήταν μιά ιδέα. Ένιωθε την αίγλη της. Την αίγλη της καινoύργιας ιδέας
που γεννιέται. Την αίγλη που σε λίγο αρχίζει να χάνεται με τoν ρυθμό που
η ιδέα πραγματοποιείται.
Έγειρε προς τα πίσω την καρέκλα του τόσο που η καρέκλα ακούμπησε
στον τοίχο. Ξάπλωσε πάνω στην καρέκλα πιο αναπαυτικά. Άπλωσε τα
πόδια του και τ' ακούμπησε πάνω στον μπάγκο εργασίας που ήταν
μπροστά του. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, αδιαφορώντας πια για τις
μύγες που συνέχιζαν να κυνηγιούνται. Άφησε, όπως θα μπορούσαμε να
πούμε, τη ζωή να συνεχίζεται ή επί το λαΐκώτερον "άστoυς να κυνηγιούνται"...
Και προσπάθησε να συγκεντρωθεί, για να μπορέσει να δεί πιο καθαρά
την καινoύργια ιδέα.Όμως η κούραση της μέρας ήταν τόση που, καθώς
έκλεισε τα μάτια του, αποκοιμήθηκε.
Όχι για πoλλή ώρα.
Ενώ κοιμόταν, φαίνεται, το μυαλό τoυ δoύλευε πάνω στην ιδέα. Κι αφού
την ξεκαθάρισε, τον ξύπνησε. Μαζί με την ιδέα που έλαμπε τώρα στo
μυαλό του σαν τον ήλιο πoυ ανατέλλει ένοιωθε και τo κορμί του ανάλαφρo.
Ο λίγος ύιτνoς, σα μάγoς, είχε αφαιρέσει από τo σώμα τoυ όλη την
κούραση της μέρας.
..................
Ετικέτες
syllomesour
Η ιδέα (1)
Η ιδέα.
Γράφει ο Χρυσόστομος.
Άμα βάλεις στο μυαλό σου μιά ιδέα, λένε, και την αφήσεις να
μουλιάσει στο υποσυνείδητό σου, λένε, κάποτε θα μπορέσεις να
την πραγματοποιήσεις, λένε.
Το ίδιο ισχύει, αν την ιδέα σου σου τη βάλει κάποιος άλλος,λένε.
Πιό πολύ ισχύει αυτό που λένε, αν την ιδέα τη βάλεις στο μυαλό
σου από μικρό παιδί.
- Τί θα γίνεις, όταν μεγαλώσεις, Γιαννάκη;
- Εγώ θα γίνω επιστήμονας! λέει και παίρνει ένα ύφος τόσο σοβαρό
ο Γιαννάκης, που δε σ'αφήνει κανένα περιθώριο ν' αμφισβητήσεις
αυτά που λέει. Και γίνεται. Αλλά και το πιο σπουδαίο, όσο
μεγαλώνει, βελτιώνει και το ύφος του. Σοβαρός! Πολύ σοβαρός !
Τόσο σοβαρός που μερικοί νομίζουν πως είναι γιατρός! Πολλοί
λένε "αυτό ξεπερνάει και τα όρια της σοβαρότητας, κοντεύει να
φτάσει τη σοβαροφάνεια!"
Αγράμματοι καθώς είναι οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν πως
η σοβαροφάνεια είναι πιό μεγάλο από το σοβαρός. Τους εντυπωσιάζει
εκείνο το "φάνεια". Όπως λέμε "Θεοφάνεια"!
Δεν έχει σημασία ποιά ιδέα θα βάλεις στο μυαλό σου. Όλες οι
ιδέες το ίδιο είναι. Τί νομίζετε πως διαφέρουν οι ιδέες μεταξύ
τους. Ελάχιστα. Να, "μια ιδέα", που λέμε.
Αυτά σκεφτόταν ο ανθρωπος , όταν, αποκαμωμένος απ' τη δουλειά
της μέρας, είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας
και με γυρμένο το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του
μισόκλειστα παρακολουθούαε δυό μύγες να κυνηγιούνται. Θυμήθηκε,
όταν ήταν μαθητής, την ώρα του μαθήματος, έτσι και περνούσαν
από μπροστά του μύγες - κι είχε πολλές τότε - έ, δεν τη γλυτώνανε.
Με μια κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει
το φόρτε, τις έπιανε και τις δύο μαζί.
Για μιά στιγμή σκέφτηκε το κάνει και τώρα, έτσι για να θυμηθεί
τα σχολικά του χρόνια, αλλά παραιτήθηκε. Δεν είναι επειδή αυτό
δεν ταιριάζει με τη σοβαρότητα ενός ενήλικα. Όχι, απλά όταν
περνούν τα χρόνια "το μεν πνεύμα πρόθυμο, αλλά η σαρξ ...."
Τα χρόνια! Τι να σου πω. Έτσι και πέρναγε απ' το μυαλό του
αυτή η λέξη, μελαγχολούσε, Πώς πέρασαν τόσο γρήγορα! Αισθανόταν
ένοχος που τ'άφησε να περάσουν. Τί μπορούσε να κάνει άλλωστε.
Να τα σταματήσει; Πώς; Με χρονοφράγματα;
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε
που λένε. Βέβαια δεν έγινε επιστήμονας. Έκανε και οικογένεια.
Τα παιδιά του τον πέρασαν στο μπόϊ. Όπου νάναι, η κόρη του θα
του φέρει και εγγονάκι. Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή. Ούτε και
κείνος ξέρει.
Και σε λίγες μέρες, να και το Πάσχα. Θα πάει στο στο χωριό του.
Στην αυλή του πατρικού σπιτιού του. Θα ψήσει τ'αρνάκι στη σούβλα.
Θα ταουγκρίσει τα κόκκίνα αυγά. Θα τραγουόήοει. Θα χορέψει και
τσάμικο. Και... και... και.. Μόνο να μη ξεχάσει να πάρει μαζί
του το ψάθινο καπέλλο του και τον αρπάξει ο ήλιος...
Στο επόμενο,(2), η συνέχεια
φυσικά από τον Χρυσόστομο.
Γράφει ο Χρυσόστομος.
Άμα βάλεις στο μυαλό σου μιά ιδέα, λένε, και την αφήσεις να
μουλιάσει στο υποσυνείδητό σου, λένε, κάποτε θα μπορέσεις να
την πραγματοποιήσεις, λένε.
Το ίδιο ισχύει, αν την ιδέα σου σου τη βάλει κάποιος άλλος,λένε.
Πιό πολύ ισχύει αυτό που λένε, αν την ιδέα τη βάλεις στο μυαλό
σου από μικρό παιδί.
- Τί θα γίνεις, όταν μεγαλώσεις, Γιαννάκη;
- Εγώ θα γίνω επιστήμονας! λέει και παίρνει ένα ύφος τόσο σοβαρό
ο Γιαννάκης, που δε σ'αφήνει κανένα περιθώριο ν' αμφισβητήσεις
αυτά που λέει. Και γίνεται. Αλλά και το πιο σπουδαίο, όσο
μεγαλώνει, βελτιώνει και το ύφος του. Σοβαρός! Πολύ σοβαρός !
Τόσο σοβαρός που μερικοί νομίζουν πως είναι γιατρός! Πολλοί
λένε "αυτό ξεπερνάει και τα όρια της σοβαρότητας, κοντεύει να
φτάσει τη σοβαροφάνεια!"
Αγράμματοι καθώς είναι οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν πως
η σοβαροφάνεια είναι πιό μεγάλο από το σοβαρός. Τους εντυπωσιάζει
εκείνο το "φάνεια". Όπως λέμε "Θεοφάνεια"!
Δεν έχει σημασία ποιά ιδέα θα βάλεις στο μυαλό σου. Όλες οι
ιδέες το ίδιο είναι. Τί νομίζετε πως διαφέρουν οι ιδέες μεταξύ
τους. Ελάχιστα. Να, "μια ιδέα", που λέμε.
Αυτά σκεφτόταν ο ανθρωπος , όταν, αποκαμωμένος απ' τη δουλειά
της μέρας, είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας
και με γυρμένο το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του
μισόκλειστα παρακολουθούαε δυό μύγες να κυνηγιούνται. Θυμήθηκε,
όταν ήταν μαθητής, την ώρα του μαθήματος, έτσι και περνούσαν
από μπροστά του μύγες - κι είχε πολλές τότε - έ, δεν τη γλυτώνανε.
Με μια κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει
το φόρτε, τις έπιανε και τις δύο μαζί.
Για μιά στιγμή σκέφτηκε το κάνει και τώρα, έτσι για να θυμηθεί
τα σχολικά του χρόνια, αλλά παραιτήθηκε. Δεν είναι επειδή αυτό
δεν ταιριάζει με τη σοβαρότητα ενός ενήλικα. Όχι, απλά όταν
περνούν τα χρόνια "το μεν πνεύμα πρόθυμο, αλλά η σαρξ ...."
Τα χρόνια! Τι να σου πω. Έτσι και πέρναγε απ' το μυαλό του
αυτή η λέξη, μελαγχολούσε, Πώς πέρασαν τόσο γρήγορα! Αισθανόταν
ένοχος που τ'άφησε να περάσουν. Τί μπορούσε να κάνει άλλωστε.
Να τα σταματήσει; Πώς; Με χρονοφράγματα;
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε
που λένε. Βέβαια δεν έγινε επιστήμονας. Έκανε και οικογένεια.
Τα παιδιά του τον πέρασαν στο μπόϊ. Όπου νάναι, η κόρη του θα
του φέρει και εγγονάκι. Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή. Ούτε και
κείνος ξέρει.
Και σε λίγες μέρες, να και το Πάσχα. Θα πάει στο στο χωριό του.
Στην αυλή του πατρικού σπιτιού του. Θα ψήσει τ'αρνάκι στη σούβλα.
Θα ταουγκρίσει τα κόκκίνα αυγά. Θα τραγουόήοει. Θα χορέψει και
τσάμικο. Και... και... και.. Μόνο να μη ξεχάσει να πάρει μαζί
του το ψάθινο καπέλλο του και τον αρπάξει ο ήλιος...
Στο επόμενο,(2), η συνέχεια
φυσικά από τον Χρυσόστομο.
Ετικέτες
syllomesour
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)