ΑΛΙΚΗ ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
Απόψε, στο Πολιτιστικό Κέντρο της Θέρμης, όπου παρουσιάστηκε η
νέα σου ποιητική συλλογή ΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΣ (εκδόσεις Γαβριηλίδης),
νοιώσαμε, με τα βραβευμένα ποιηματά σου, σαν σε μιά νέα "χώρα των
θαυμάτων". Με τη δική μας Αλίκη!
Νάσαι καλά, "κούκλα" μας!
Εμείς, οι συλλομεσούρ, και φίλοι του Βαγγέλη και του Βαγγέλη.
.
νέα σου ποιητική συλλογή ΛΟΓΟΣ ΓΡΑΦΗΣ (εκδόσεις Γαβριηλίδης),
νοιώσαμε, με τα βραβευμένα ποιηματά σου, σαν σε μιά νέα "χώρα των
θαυμάτων". Με τη δική μας Αλίκη!
Νάσαι καλά, "κούκλα" μας!
Εμείς, οι συλλομεσούρ, και φίλοι του Βαγγέλη και του Βαγγέλη.
.
Ευχαριστούμε
.
Ευχαριστούμε για τις ευχές σας προς
1.- τη Σοφούλα, που τη λέτρευε κι ένιωθε κοντά της φιλόσοφος ...
2.- την Ελπίδα, φυσικά του Πελοπίδα ...
ο σύλλογος
.
Ευχαριστούμε για τις ευχές σας προς
1.- τη Σοφούλα, που τη λέτρευε κι ένιωθε κοντά της φιλόσοφος ...
2.- την Ελπίδα, φυσικά του Πελοπίδα ...
ο σύλλογος
.
Το σούπερ αεροπλάνο
.
Η επίδειξη.
Μεγάλη εταιρία κατασκευής αεροσκαφών θα έκανε επίδειξη του
τελευταίου σούπερ αεροπλάνου στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας.
Είχαν προσέλθει χιλιάδες κόσμου, επίσημοι και μη, ρεπόρτερς κλπ να
παρακολουθήσουν την πρώτη πτήση. Μεγάλο πανηγύρι στο αεροδρόμιο.
Ακούστηκαν οι μηχανές σαν τραγούδι, οι τροχοί άρχισαν να τσουλάνε
στο διάδρομο του αεροδρομίου, φούντωσε ο θόρυβος των μηχανών και
το αεροπλάνο αρχισε να ανεβαίνει.
΄Ομως για μια στιγμή ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος, τα φτερά του
αεροπλάνου έσπασαν και οι ρόδες του ξαναπάτησαν στο διάδρομο.
Ρεζίλι των σκυλιών που λένε για την εταιρία.
.
Η σύσκεψη.
Συγκέντρωση όλου του προσωπικού της εταιρίας να βρεθεί η αιτία και η
λύση. Απόλυτη ησυχία στην αίθουσα, κανείς δεν είχε κάτι να πει. Οπότε
ακούστηκε μια τρεμουλιαστή φωνή απο τα τελευταία καθίσματα. Ήταν
ένας ασήμαντος λογιστάκος.
- Σερ, να κάνετε μιά σειρά τρύπες εκεί που σπάνε τα φτερά!
.
Η νέα επίδειξη.
Μεγάλη επιτυχία. Το αεροπλάνο πέταξε! Χαμός στο αεροδρόμιο.
Σαμπάνιες, ταραταντζούμ, τηλεοράσεις, χαμός.
.
Ο καλός διευθυντής.
Δεν παρασύρθηκε από τους πανηγυρισμούς. ΄Εβαλε να βρούν αυτόν που
είχε δώσει την ιδέα.Ζορίστηκε να τον βρεί γιατί ο λογιστάκος από το φόβο
του είχε κρυφτεί.Τελικά τον βρήκε, τον αγκάλιασε, και του λέει.
.
- Σε προάγω σε υποδιευθυντή της εταιρίας! Αλλά θέλω να μου πεις πώς
το σκέφτηκες
Ο λογιστάκος δειλά δειλά λέει.
- Ξέρετε κύριε διευθυντά, να πώς να σας το πω, στην τουαλέτα, κάθε φορά
που τραβάω το χαρτί υγείας να κοπεί, ποτέ δεν κόβεται στις τρύπες!!!
.
Η επίδειξη.
Μεγάλη εταιρία κατασκευής αεροσκαφών θα έκανε επίδειξη του
τελευταίου σούπερ αεροπλάνου στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας.
Είχαν προσέλθει χιλιάδες κόσμου, επίσημοι και μη, ρεπόρτερς κλπ να
παρακολουθήσουν την πρώτη πτήση. Μεγάλο πανηγύρι στο αεροδρόμιο.
Ακούστηκαν οι μηχανές σαν τραγούδι, οι τροχοί άρχισαν να τσουλάνε
στο διάδρομο του αεροδρομίου, φούντωσε ο θόρυβος των μηχανών και
το αεροπλάνο αρχισε να ανεβαίνει.
΄Ομως για μια στιγμή ακούστηκε ένας τρομερός θόρυβος, τα φτερά του
αεροπλάνου έσπασαν και οι ρόδες του ξαναπάτησαν στο διάδρομο.
Ρεζίλι των σκυλιών που λένε για την εταιρία.
.
Η σύσκεψη.
Συγκέντρωση όλου του προσωπικού της εταιρίας να βρεθεί η αιτία και η
λύση. Απόλυτη ησυχία στην αίθουσα, κανείς δεν είχε κάτι να πει. Οπότε
ακούστηκε μια τρεμουλιαστή φωνή απο τα τελευταία καθίσματα. Ήταν
ένας ασήμαντος λογιστάκος.
- Σερ, να κάνετε μιά σειρά τρύπες εκεί που σπάνε τα φτερά!
.
Η νέα επίδειξη.
Μεγάλη επιτυχία. Το αεροπλάνο πέταξε! Χαμός στο αεροδρόμιο.
Σαμπάνιες, ταραταντζούμ, τηλεοράσεις, χαμός.
.
Ο καλός διευθυντής.
Δεν παρασύρθηκε από τους πανηγυρισμούς. ΄Εβαλε να βρούν αυτόν που
είχε δώσει την ιδέα.Ζορίστηκε να τον βρεί γιατί ο λογιστάκος από το φόβο
του είχε κρυφτεί.Τελικά τον βρήκε, τον αγκάλιασε, και του λέει.
.
- Σε προάγω σε υποδιευθυντή της εταιρίας! Αλλά θέλω να μου πεις πώς
το σκέφτηκες
Ο λογιστάκος δειλά δειλά λέει.
- Ξέρετε κύριε διευθυντά, να πώς να σας το πω, στην τουαλέτα, κάθε φορά
που τραβάω το χαρτί υγείας να κοπεί, ποτέ δεν κόβεται στις τρύπες!!!
.
Ακορντεόν
.
Από φίλο, από χώρα που το ακκορντεόν έχει μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα
στα άλλα μουσικά όργανα, άκουσα το εξής, περίπου της ίδιας με το
ακορντεόν δημοτικότητας:
.
" Στην κηδεία της πεθεράς τρία ακορντεόν σκίσαμε" !
No comments και να τον συγχωρείτε, είναι καλό παιδί...
.
Από φίλο, από χώρα που το ακκορντεόν έχει μεγάλη δημοτικότητα ανάμεσα
στα άλλα μουσικά όργανα, άκουσα το εξής, περίπου της ίδιας με το
ακορντεόν δημοτικότητας:
.
" Στην κηδεία της πεθεράς τρία ακορντεόν σκίσαμε" !
No comments και να τον συγχωρείτε, είναι καλό παιδί...
.
Η σεμιζέτα
Η σεμιζέτα
Από τη ζήλια μου σου ξέσκισα τη σεμιζέτα που φορούσες!
Εθύμωσες και τώρα πια δε μου γελάς,
όπως αθώα και παιδιάστικα άλλες φορές χαμογελούσες,
κι όλο για τη σκισμένη σεμιζέτα σου μιλάς.
Τρελλή, δε συλλογιέσαι τα γεράματα
που θα ‘ρθει μια ημέρα, συμφορά,
που δεν θα ζεις με ζήλιες και με κλάματα
και θα ‘ναι όλα τα ρούχα σου γερά.
Τίμος Μωραϊτίνης
Από τη ζήλια μου σου ξέσκισα τη σεμιζέτα που φορούσες!
Εθύμωσες και τώρα πια δε μου γελάς,
όπως αθώα και παιδιάστικα άλλες φορές χαμογελούσες,
κι όλο για τη σκισμένη σεμιζέτα σου μιλάς.
Τρελλή, δε συλλογιέσαι τα γεράματα
που θα ‘ρθει μια ημέρα, συμφορά,
που δεν θα ζεις με ζήλιες και με κλάματα
και θα ‘ναι όλα τα ρούχα σου γερά.
Τίμος Μωραϊτίνης
Ετικέτες
Διδάξαντες,
ποιήματα
Παράθυρο ;
Σε μια επίσκεψή μου στο ψυχιατρείο, ρώτησα τον διευθυντή πώς
διακρίνει αν ένας ασθενής πρέπει ή όχι να εγκλειστεί.
-Είναι απλό, είπε ο διευθυντής, γεμίζουμε μια... μπανιέρα και
προσφέρουμε στον ή την ασθενή ένα κουταλάκι, ένα φλιτζάνι
του τσαγιού και έναν κουβά, ζητώντας να αδειάσει τη μπανιέρα.
-Α, κατάλαβα, είπα, ένα φυσιολογικό άτομο θα χρησιμοποιήσει
τον κουβά γιατί είναι μεγαλύτερος από το κουταλάκι και το φλιτζάνι.
-Όχι, είπε ο διευθυντής, ένα φυσιολογικό άτομο θα τραβούσε την τάπα.
Προτιμάτε κρεβάτι κοντά στο παράθυρο;!!!
(Χριστάκης)
διακρίνει αν ένας ασθενής πρέπει ή όχι να εγκλειστεί.
-Είναι απλό, είπε ο διευθυντής, γεμίζουμε μια... μπανιέρα και
προσφέρουμε στον ή την ασθενή ένα κουταλάκι, ένα φλιτζάνι
του τσαγιού και έναν κουβά, ζητώντας να αδειάσει τη μπανιέρα.
-Α, κατάλαβα, είπα, ένα φυσιολογικό άτομο θα χρησιμοποιήσει
τον κουβά γιατί είναι μεγαλύτερος από το κουταλάκι και το φλιτζάνι.
-Όχι, είπε ο διευθυντής, ένα φυσιολογικό άτομο θα τραβούσε την τάπα.
Προτιμάτε κρεβάτι κοντά στο παράθυρο;!!!
(Χριστάκης)
Τα δικά μας δεν τελειώνουν
Πούλμαν Αθήνα-Θεσσαλονίκη, δυο παπούδες στο ίδιο κάθισμα, σ΄όλη
τη διαδρομή αμίλητοι.
Αποβίβαση, παραλαβή αποσκευών, ο ένας χτυπάει στην πλάτη τον άλλον
λέγοντας:
- Έτσι που λες, φίλε μου, τα δικά μας δεν τελειώνουν, γειά για την ώρα,
θα τα ...ξαναπούμε ...
τη διαδρομή αμίλητοι.
Αποβίβαση, παραλαβή αποσκευών, ο ένας χτυπάει στην πλάτη τον άλλον
λέγοντας:
- Έτσι που λες, φίλε μου, τα δικά μας δεν τελειώνουν, γειά για την ώρα,
θα τα ...ξαναπούμε ...
Σερενάδα στο παράθυρο του σοφού
Σοφέ μου, το τετράσοφο
Που σε φωτάει λυχνάρι
Nάτανε, λέει, φεγγάρι
Kαι συ είκοσι χρονώ !
Nάτανε τάχα η γνώση σου
Mε τον αγέρα αμάχη,
Για δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό…
Nάτανε τάχα η σκέψη σου
Συρτού χορού τραγούδια
Mιαν αγκαλιά λουλούδια
Mιαν ιστορία τρελλή,
Tα μύρια που δε γνώρισες
Nερό θαν τάειχες μάθει
Mε δάσκαλο τα πάθη
M' ένα κλεφτό φιλί.
Πολύ την καταφρόνεσες
Tη ζωή, πανάθεμά τη…
Kαι τώρα ; Eίναι φευγάτη
Σαν όνειρο πρωινό.
Που σε φωτάει λυχνάρι
Nάτανε, λέει, φεγγάρι
Kαι συ είκοσι χρονώ !
Nάτανε τάχα η γνώση σου
Mε τον αγέρα αμάχη,
Για δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό…
Nάτανε τάχα η σκέψη σου
Συρτού χορού τραγούδια
Mιαν αγκαλιά λουλούδια
Mιαν ιστορία τρελλή,
Tα μύρια που δε γνώρισες
Nερό θαν τάειχες μάθει
Mε δάσκαλο τα πάθη
M' ένα κλεφτό φιλί.
Πολύ την καταφρόνεσες
Tη ζωή, πανάθεμά τη…
Kαι τώρα ; Eίναι φευγάτη
Σαν όνειρο πρωινό.
Ζαχ. Παπαντωνίου
Ετικέτες
Διδάξαντες,
ποιήματα
Η ιδέα (3) - (τέλος, επι-τέλους)
Η ιδέα (3) - (τέλος, επι-τέλους)
................................
Η Ευτυχούλα, έτσι τη φώναζαν, (το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρία),
ήταν ένα από τα ομορφότερα - εκείνος θάλεγε το ομορφότερο απ' όλα -
κορίτσια στη γειτονιά. Και το πιο κεφάτο. Μην έβλεπε άνθρωπο
στεναχωρημένο. Από μικρή. Τί τούλεγε, τί τούκανε, στο τέλος τον
έκανε να γελάσει.
Στη γειτονιά. Στη γειτονιά, όπου παλιότερα είχε εγκαταστημένη τη
βιοτεχνία του. Κι όταν λέω παλιότερα εννοώ πριν από κείνο το νόμο
που έλεγε πως οι βιοτεχνίες θα πρέπει ν' απομακρυνθούν από τις
κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Το νόμο που μετά απ' αυτόν άρχισαν
οι βιοτεχνίες να μεταφέρονται γύρω από τις πόλεις, αλλά, ώσπου να
μαλλιάσουν στη νέα θέση τους οι βιοτεχνίες - πέτρα που κυλάει δε
μαλλιάζει - άρχισαν να μεγαλώνουν - χωρίς νόμο - και οι πόλεις κι έτσι
οι βιοτεχνίες βρίσκονταν πάλι μέσα σε κατοικημένες περιοχές κι ύστερα
έβγαινε πάλι νέος νόμος να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες έξω από τις
πόλεις, αλλά ώσπου να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες, οι πόλεις
ξαναμεγάλωναν - ξανά χωρίς νόμο - έτσι που θα μπορούσαμε και πάλι
απλά να πούμε πως η ζωή συνεχίζεται και επί το λαΐκότερον και, γιατί όχι,
πολιτικότερον " άστους να κυνηγιούνται".
Η Ευτυχούλα λοιιτόν με τη μπλε μαθητική ποδιά της και το άσπρο
γιακαδάκι της, κάθε μέρα που πήγαινε σχολείο, φρόντιζε να περνάει
μπροστά απ' τη βιοτεχνία του φίλου μας και κάθε μέρα επαναλαμβάνονταν
η ίδια στιχομυθία:
- Καλημέρα σας, κυρ Θανάση.
- Καλημέρα το κουκλί μας!
- Πώς πάει η δουλειά, κυρ Θανάση;
- Πώς πάει το σχολείο, Ευτυχούλα;
Όλα πήγαιναν καλά. Άμα φυσάει "ούριος άνεμος" , έστω και ανεπαίσθητα,
όλα πάνε καλά.
Αυτόν τον "ούριο άνεμο" έφερε στο μυαλό του κυρ Θανάση η καινούργια
ιδέα που έλαμπε σαν τον ήλιο την ώρα που ανατέλλει. Κι αυτή τη φορά,
με τη σειρά του, με μιά τσάντα στο χέρι,ο κυρ Θανάσης φρόντισε να
πέρασει μερικές φορές μπροστά από το σπίτι της Ευτυχούλας.
Βέβαια τώρα η Ευτυχούλα δεν ήταν πια μαθήτρια. Οι τόσες μεταφορές
των βιοτεχνιών είχαν δώσει και α' αυτή το χρόνο να μεστώσει. Από μια
"αχαμνή" μαθητριούλαι - ρίχνει μπόϊ, σκεφτόταν τότε ο κυρ Θανάσης -
είχε γίνει μία ώριμη γυναίκα με ζηλευτά πιασίματα. Τον είδε και τον
γνώρισε απ' την πρώτη μέρα τον κυρ Θανάση. Η τσάντα του της θύμισε
τη μαθητική στολή της. Πώς αλλάζουν τα πράγματα. Τώρα ο κυρ
Θανάσης έμοιαζε σα μαθητής. Ήταν λίγο αστείος. Όμως την ήθελε
την τσάντα, έτσι για να φαίνεται πως πάει για κάποια δουλειά. Όμως
εκείνη δεν βγήκε να τον χαιρετίσει. Φυσιιιά ποτέ της δεν πίστεψε οτι η
παρουσία του ιιυρ Θανάση στη γειτονιά της σήμαινε πως οι βιοτεχνίες
ξαναγυρίζουν στις κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Για να συμβεί
κάτι τέτοιο θα χρειαστει να περάσουν πολλά χρόνια.
Την τρίτη μέρα, την ώρα που περνούσε ο κυρ Θανάσης, η Ευτυχούλα
βγήκε στο μπαλκονάκι της κι έκανε πως τινάζει μία φλοκάτη που πήρε
βιαστικά από το μπαούλο της.
Ο κυρ Θανάαης αμέσως κατάλαβε το νόημα του τινάγματος της
φλοκάτης, γιατί η φλοκάτη, όσο κι αν τη χτύπαγε δυνατά η Ευτυχούλα,
δεν έβγαζε καθόλου σκόνη. Εξ άλλου, ήταν σχεδόν καλοκαίρι.
Πλησίασε δισταχτικά προς το μπαλκόνι της. Εκείνη τον κοίταξε.
- Καλημέρα σας, κυρία . . . Ευτυχούλα! της λέει. Εκείνη χαμογέλασε .
- Ε, όχι και "κυρία Ευτυχούλα", του λέει. Νωρίς είναι ακόμα.
Να τελειώσουμε πρώτα τις σπουδές μας και βλέπουμε.
- Τί σπουδάζεις; Ρωτάει κάπως αδέξια.
- Ιατρική, κι όπου νάναι παίρνω και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος...
- Τί ειδικότητα; ρωτάει.
- Γενική Φυσιολογία, του λέει.
- Δηλαδή; συνέχιζε να ρωτάει σα μαθητής ο κυρ Θανάσης.
- Να, πως να ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το πως τον έφτιαξε η φύση!
Δεν πολυκατάλαβε ο κυρ Θανάσης. Δεν θέλησε να ρωτήσει περισότερα.
Ήταν σχεδόν έτοιμος να της πει "χάρηκα που σε είδα κτλ" και να φύγει.
Εκείνη όμως τον πρόλαβε.
- Τί ωραία τσάντα είν' αυτή, κυρ Θανάση! Γεμάτη λεφτά ή πας σχολείο...
Ήταν έτοιμος να της πεί "για ποιά λεφτά κλπ", αλλά σκέφτηκε πως θάταν
καλύτερο να μη τπς αλλάξει την εντύπωση που τον θεωρούσε παραλή
και το γύρισε στο σχολείο. Εκεί ο άνεμος ήταν πιο ούριος.
- Ποιό σχολείο, καλέ. Τα γκρίζα μαλιά δεν είναι για το σχολείο.
- Ναι, αλλά τα γκρίζα μαλλιά έχουν τη γοητεία τους, τον πρόλαβε εκείνη.
Ήταν έτοιμος να της πεί "ο λόγος σου με χόρτασε", αλλά τη σκέψη του
αυτή την πήρε μακρυά ο άνεμος ο ούριος.
- Έλα πάνω να πιούμε ένα καφεδάκι και να τα πούμε, του λέει.
- Εσύ, ολόκληρη γιατρέσσα, θα κάτσεις να κάνεις καφεδάκι σε μένα;
της λέει κι είχε αρχίσει να φοβάται πως έκανε γκέλα.
- Τί είναι αυτά που λες, κυρ Θανάση; Επειδή, δηλαδή, έγινα γιατρέσσα,
έπαψα να είμαι άνθρωπος; Έλα πάνω να σου κάνω ένα καφέ με πολλές
φουσκάλες να γεμίσει η τσάντα σου λεφτά. Και μερακλίδικο σαν τα
μπλουζάκια που κάνεις εού στη βιοτεχνία σου!
Παρα λίγο να του ξέφευγε του κυρ Θανάση "όπα" και επί το
αμερικανικώτερο "μπίγκο".
Για το πως ανέβηκε ο κυρ Θανάσης τα σκαλοπάτια και για διάφορες
άλλες τεχνικές μικρολεπτομέρειες αφήνουμε τη λογοτεχνική σας
φαντασία να περιγράψει. Εμείς περιοριζόμαστε να γράφουμε ιστορία!
.........................................
Την ώρα που έπιναν το καφεδάκι τους και τα λέγανε σαν τον παλιό
καλό καιρό, δυό μύγες στριφογύριζαν πάνω από το φλυτζάνι με τον
καφέ του κυρ Θανάση και ήταν σίγουρο πως κάποια στιγμή θα έπεφταν
μέσα στον καφέ.
Ο κυρ Θανάσης τις έδιωξε μιά δυό φορές με το χέρι του. Όμως οι
μύγες ξαναγύρισαν στο φλυτζάνι του. Τότε ο κυρ Θανάσης, με μια
κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει το φόρτε,
τις έπιασε και τις δύο μαζί. Τις κράτησε μες τη χούφτα του και όταν
τελείωσε τον καφέ του τις άφησε να φύγουν. Γυρίζοντας προς την
Ευτυχούλα, είπε: "Άστους να κυνηγιούνται" ή επί το βιοτεχνικότερον
"η ζωή συνεχίζεται"...
.............................
Εκείνη την ώρα μιά ομάδα από μικρές μαθήτριες που γύριζαν χαρωπές
από το σχολείο ακούστηκε να τραγουδούν:
- Βρε, πού πας, Παντελή, βρε πού πας, Παντελάκη,
με χαρά περισσή στην καρδιά σου...
Και από πίσω τους, μια ομάδα από αγοράκια, κάνοντας όσο γινόταν
μπάση τη φωνή τους, απαντούσαν:
- Πάω στη Μαρία μου,
πούναι η ευτυχία μου...
......
ΥΓ. Για όσους που πιθανό να μη θυμούνται τη μελωδία αυτού του
τραγουδιού μπορούμε να στείλουμε αντίγραφο με τις νότες από το
αρχείο του μουσικού τμήματος του συλλόγου μας.
Μαρία με τα κίτρινα
=================
................................
Η Ευτυχούλα, έτσι τη φώναζαν, (το πραγματικό της όνομα ήταν Μαρία),
ήταν ένα από τα ομορφότερα - εκείνος θάλεγε το ομορφότερο απ' όλα -
κορίτσια στη γειτονιά. Και το πιο κεφάτο. Μην έβλεπε άνθρωπο
στεναχωρημένο. Από μικρή. Τί τούλεγε, τί τούκανε, στο τέλος τον
έκανε να γελάσει.
Στη γειτονιά. Στη γειτονιά, όπου παλιότερα είχε εγκαταστημένη τη
βιοτεχνία του. Κι όταν λέω παλιότερα εννοώ πριν από κείνο το νόμο
που έλεγε πως οι βιοτεχνίες θα πρέπει ν' απομακρυνθούν από τις
κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Το νόμο που μετά απ' αυτόν άρχισαν
οι βιοτεχνίες να μεταφέρονται γύρω από τις πόλεις, αλλά, ώσπου να
μαλλιάσουν στη νέα θέση τους οι βιοτεχνίες - πέτρα που κυλάει δε
μαλλιάζει - άρχισαν να μεγαλώνουν - χωρίς νόμο - και οι πόλεις κι έτσι
οι βιοτεχνίες βρίσκονταν πάλι μέσα σε κατοικημένες περιοχές κι ύστερα
έβγαινε πάλι νέος νόμος να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες έξω από τις
πόλεις, αλλά ώσπου να ξαναμεταφερθούν οι βιοτεχνίες, οι πόλεις
ξαναμεγάλωναν - ξανά χωρίς νόμο - έτσι που θα μπορούσαμε και πάλι
απλά να πούμε πως η ζωή συνεχίζεται και επί το λαΐκότερον και, γιατί όχι,
πολιτικότερον " άστους να κυνηγιούνται".
Η Ευτυχούλα λοιιτόν με τη μπλε μαθητική ποδιά της και το άσπρο
γιακαδάκι της, κάθε μέρα που πήγαινε σχολείο, φρόντιζε να περνάει
μπροστά απ' τη βιοτεχνία του φίλου μας και κάθε μέρα επαναλαμβάνονταν
η ίδια στιχομυθία:
- Καλημέρα σας, κυρ Θανάση.
- Καλημέρα το κουκλί μας!
- Πώς πάει η δουλειά, κυρ Θανάση;
- Πώς πάει το σχολείο, Ευτυχούλα;
Όλα πήγαιναν καλά. Άμα φυσάει "ούριος άνεμος" , έστω και ανεπαίσθητα,
όλα πάνε καλά.
Αυτόν τον "ούριο άνεμο" έφερε στο μυαλό του κυρ Θανάση η καινούργια
ιδέα που έλαμπε σαν τον ήλιο την ώρα που ανατέλλει. Κι αυτή τη φορά,
με τη σειρά του, με μιά τσάντα στο χέρι,ο κυρ Θανάσης φρόντισε να
πέρασει μερικές φορές μπροστά από το σπίτι της Ευτυχούλας.
Βέβαια τώρα η Ευτυχούλα δεν ήταν πια μαθήτρια. Οι τόσες μεταφορές
των βιοτεχνιών είχαν δώσει και α' αυτή το χρόνο να μεστώσει. Από μια
"αχαμνή" μαθητριούλαι - ρίχνει μπόϊ, σκεφτόταν τότε ο κυρ Θανάσης -
είχε γίνει μία ώριμη γυναίκα με ζηλευτά πιασίματα. Τον είδε και τον
γνώρισε απ' την πρώτη μέρα τον κυρ Θανάση. Η τσάντα του της θύμισε
τη μαθητική στολή της. Πώς αλλάζουν τα πράγματα. Τώρα ο κυρ
Θανάσης έμοιαζε σα μαθητής. Ήταν λίγο αστείος. Όμως την ήθελε
την τσάντα, έτσι για να φαίνεται πως πάει για κάποια δουλειά. Όμως
εκείνη δεν βγήκε να τον χαιρετίσει. Φυσιιιά ποτέ της δεν πίστεψε οτι η
παρουσία του ιιυρ Θανάση στη γειτονιά της σήμαινε πως οι βιοτεχνίες
ξαναγυρίζουν στις κατοικημένες περιοχές των πόλεων. Για να συμβεί
κάτι τέτοιο θα χρειαστει να περάσουν πολλά χρόνια.
Την τρίτη μέρα, την ώρα που περνούσε ο κυρ Θανάσης, η Ευτυχούλα
βγήκε στο μπαλκονάκι της κι έκανε πως τινάζει μία φλοκάτη που πήρε
βιαστικά από το μπαούλο της.
Ο κυρ Θανάαης αμέσως κατάλαβε το νόημα του τινάγματος της
φλοκάτης, γιατί η φλοκάτη, όσο κι αν τη χτύπαγε δυνατά η Ευτυχούλα,
δεν έβγαζε καθόλου σκόνη. Εξ άλλου, ήταν σχεδόν καλοκαίρι.
Πλησίασε δισταχτικά προς το μπαλκόνι της. Εκείνη τον κοίταξε.
- Καλημέρα σας, κυρία . . . Ευτυχούλα! της λέει. Εκείνη χαμογέλασε .
- Ε, όχι και "κυρία Ευτυχούλα", του λέει. Νωρίς είναι ακόμα.
Να τελειώσουμε πρώτα τις σπουδές μας και βλέπουμε.
- Τί σπουδάζεις; Ρωτάει κάπως αδέξια.
- Ιατρική, κι όπου νάναι παίρνω και την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος...
- Τί ειδικότητα; ρωτάει.
- Γενική Φυσιολογία, του λέει.
- Δηλαδή; συνέχιζε να ρωτάει σα μαθητής ο κυρ Θανάσης.
- Να, πως να ζει ο άνθρωπος σύμφωνα με το πως τον έφτιαξε η φύση!
Δεν πολυκατάλαβε ο κυρ Θανάσης. Δεν θέλησε να ρωτήσει περισότερα.
Ήταν σχεδόν έτοιμος να της πει "χάρηκα που σε είδα κτλ" και να φύγει.
Εκείνη όμως τον πρόλαβε.
- Τί ωραία τσάντα είν' αυτή, κυρ Θανάση! Γεμάτη λεφτά ή πας σχολείο...
Ήταν έτοιμος να της πεί "για ποιά λεφτά κλπ", αλλά σκέφτηκε πως θάταν
καλύτερο να μη τπς αλλάξει την εντύπωση που τον θεωρούσε παραλή
και το γύρισε στο σχολείο. Εκεί ο άνεμος ήταν πιο ούριος.
- Ποιό σχολείο, καλέ. Τα γκρίζα μαλιά δεν είναι για το σχολείο.
- Ναι, αλλά τα γκρίζα μαλλιά έχουν τη γοητεία τους, τον πρόλαβε εκείνη.
Ήταν έτοιμος να της πεί "ο λόγος σου με χόρτασε", αλλά τη σκέψη του
αυτή την πήρε μακρυά ο άνεμος ο ούριος.
- Έλα πάνω να πιούμε ένα καφεδάκι και να τα πούμε, του λέει.
- Εσύ, ολόκληρη γιατρέσσα, θα κάτσεις να κάνεις καφεδάκι σε μένα;
της λέει κι είχε αρχίσει να φοβάται πως έκανε γκέλα.
- Τί είναι αυτά που λες, κυρ Θανάση; Επειδή, δηλαδή, έγινα γιατρέσσα,
έπαψα να είμαι άνθρωπος; Έλα πάνω να σου κάνω ένα καφέ με πολλές
φουσκάλες να γεμίσει η τσάντα σου λεφτά. Και μερακλίδικο σαν τα
μπλουζάκια που κάνεις εού στη βιοτεχνία σου!
Παρα λίγο να του ξέφευγε του κυρ Θανάση "όπα" και επί το
αμερικανικώτερο "μπίγκο".
Για το πως ανέβηκε ο κυρ Θανάσης τα σκαλοπάτια και για διάφορες
άλλες τεχνικές μικρολεπτομέρειες αφήνουμε τη λογοτεχνική σας
φαντασία να περιγράψει. Εμείς περιοριζόμαστε να γράφουμε ιστορία!
.........................................
Την ώρα που έπιναν το καφεδάκι τους και τα λέγανε σαν τον παλιό
καλό καιρό, δυό μύγες στριφογύριζαν πάνω από το φλυτζάνι με τον
καφέ του κυρ Θανάση και ήταν σίγουρο πως κάποια στιγμή θα έπεφταν
μέσα στον καφέ.
Ο κυρ Θανάσης τις έδιωξε μιά δυό φορές με το χέρι του. Όμως οι
μύγες ξαναγύρισαν στο φλυτζάνι του. Τότε ο κυρ Θανάσης, με μια
κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει το φόρτε,
τις έπιασε και τις δύο μαζί. Τις κράτησε μες τη χούφτα του και όταν
τελείωσε τον καφέ του τις άφησε να φύγουν. Γυρίζοντας προς την
Ευτυχούλα, είπε: "Άστους να κυνηγιούνται" ή επί το βιοτεχνικότερον
"η ζωή συνεχίζεται"...
.............................
Εκείνη την ώρα μιά ομάδα από μικρές μαθήτριες που γύριζαν χαρωπές
από το σχολείο ακούστηκε να τραγουδούν:
- Βρε, πού πας, Παντελή, βρε πού πας, Παντελάκη,
με χαρά περισσή στην καρδιά σου...
Και από πίσω τους, μια ομάδα από αγοράκια, κάνοντας όσο γινόταν
μπάση τη φωνή τους, απαντούσαν:
- Πάω στη Μαρία μου,
πούναι η ευτυχία μου...
......
ΥΓ. Για όσους που πιθανό να μη θυμούνται τη μελωδία αυτού του
τραγουδιού μπορούμε να στείλουμε αντίγραφο με τις νότες από το
αρχείο του μουσικού τμήματος του συλλόγου μας.
Μαρία με τα κίτρινα
=================
Ετικέτες
syllomesour
Τα λεφτά
Τα λεφτά τρέχουν πιο γρήγορα απ' τον άνθρωπο. Αν όταν γενήθηκες ήταν
πίσω σου, θα σε φτάσουν...
Χρυσόστομος
πίσω σου, θα σε φτάσουν...
Χρυσόστομος
Ετικέτες
syllomesour
Η ιδέα (2)
Η ιδέα (2)
συνεχίζει - ανάθεμά τον - ο Χρυσόστομος. Για να δούμε, θα τελειώσει...
...............................................
Αυτά σκεφτόταν ο άνθρωπος, όταν, αποκαμωμένος απ΄τη δουλειά τς μέρας,
είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας και με γυρμένο
το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του μισόκλειστα παρακολουθούσε
δυό μύγες να κυνηγιούνται.
................................................
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε που
λένε.
.................................................
Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή; Ούτε και κείνος ξέρει...
..................................................
Κι όμως, στο μυαλό του τριγύριζε μια ιδέα. Δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένη.
Ομως ήταν μιά ιδέα. Ένιωθε την αίγλη της. Την αίγλη της καινoύργιας ιδέας
που γεννιέται. Την αίγλη που σε λίγο αρχίζει να χάνεται με τoν ρυθμό που
η ιδέα πραγματοποιείται.
Έγειρε προς τα πίσω την καρέκλα του τόσο που η καρέκλα ακούμπησε
στον τοίχο. Ξάπλωσε πάνω στην καρέκλα πιο αναπαυτικά. Άπλωσε τα
πόδια του και τ' ακούμπησε πάνω στον μπάγκο εργασίας που ήταν
μπροστά του. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, αδιαφορώντας πια για τις
μύγες που συνέχιζαν να κυνηγιούνται. Άφησε, όπως θα μπορούσαμε να
πούμε, τη ζωή να συνεχίζεται ή επί το λαΐκώτερον "άστoυς να κυνηγιούνται"...
Και προσπάθησε να συγκεντρωθεί, για να μπορέσει να δεί πιο καθαρά
την καινoύργια ιδέα.Όμως η κούραση της μέρας ήταν τόση που, καθώς
έκλεισε τα μάτια του, αποκοιμήθηκε.
Όχι για πoλλή ώρα.
Ενώ κοιμόταν, φαίνεται, το μυαλό τoυ δoύλευε πάνω στην ιδέα. Κι αφού
την ξεκαθάρισε, τον ξύπνησε. Μαζί με την ιδέα που έλαμπε τώρα στo
μυαλό του σαν τον ήλιο πoυ ανατέλλει ένοιωθε και τo κορμί του ανάλαφρo.
Ο λίγος ύιτνoς, σα μάγoς, είχε αφαιρέσει από τo σώμα τoυ όλη την
κούραση της μέρας.
..................
συνεχίζει - ανάθεμά τον - ο Χρυσόστομος. Για να δούμε, θα τελειώσει...
...............................................
Αυτά σκεφτόταν ο άνθρωπος, όταν, αποκαμωμένος απ΄τη δουλειά τς μέρας,
είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας και με γυρμένο
το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του μισόκλειστα παρακολουθούσε
δυό μύγες να κυνηγιούνται.
................................................
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε που
λένε.
.................................................
Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή; Ούτε και κείνος ξέρει...
..................................................
Κι όμως, στο μυαλό του τριγύριζε μια ιδέα. Δεν ήταν απόλυτα ξεκαθαρισμένη.
Ομως ήταν μιά ιδέα. Ένιωθε την αίγλη της. Την αίγλη της καινoύργιας ιδέας
που γεννιέται. Την αίγλη που σε λίγο αρχίζει να χάνεται με τoν ρυθμό που
η ιδέα πραγματοποιείται.
Έγειρε προς τα πίσω την καρέκλα του τόσο που η καρέκλα ακούμπησε
στον τοίχο. Ξάπλωσε πάνω στην καρέκλα πιο αναπαυτικά. Άπλωσε τα
πόδια του και τ' ακούμπησε πάνω στον μπάγκο εργασίας που ήταν
μπροστά του. Έκλεισε για λίγο τα μάτια του, αδιαφορώντας πια για τις
μύγες που συνέχιζαν να κυνηγιούνται. Άφησε, όπως θα μπορούσαμε να
πούμε, τη ζωή να συνεχίζεται ή επί το λαΐκώτερον "άστoυς να κυνηγιούνται"...
Και προσπάθησε να συγκεντρωθεί, για να μπορέσει να δεί πιο καθαρά
την καινoύργια ιδέα.Όμως η κούραση της μέρας ήταν τόση που, καθώς
έκλεισε τα μάτια του, αποκοιμήθηκε.
Όχι για πoλλή ώρα.
Ενώ κοιμόταν, φαίνεται, το μυαλό τoυ δoύλευε πάνω στην ιδέα. Κι αφού
την ξεκαθάρισε, τον ξύπνησε. Μαζί με την ιδέα που έλαμπε τώρα στo
μυαλό του σαν τον ήλιο πoυ ανατέλλει ένοιωθε και τo κορμί του ανάλαφρo.
Ο λίγος ύιτνoς, σα μάγoς, είχε αφαιρέσει από τo σώμα τoυ όλη την
κούραση της μέρας.
..................
Ετικέτες
syllomesour
Η ιδέα (1)
Η ιδέα.
Γράφει ο Χρυσόστομος.
Άμα βάλεις στο μυαλό σου μιά ιδέα, λένε, και την αφήσεις να
μουλιάσει στο υποσυνείδητό σου, λένε, κάποτε θα μπορέσεις να
την πραγματοποιήσεις, λένε.
Το ίδιο ισχύει, αν την ιδέα σου σου τη βάλει κάποιος άλλος,λένε.
Πιό πολύ ισχύει αυτό που λένε, αν την ιδέα τη βάλεις στο μυαλό
σου από μικρό παιδί.
- Τί θα γίνεις, όταν μεγαλώσεις, Γιαννάκη;
- Εγώ θα γίνω επιστήμονας! λέει και παίρνει ένα ύφος τόσο σοβαρό
ο Γιαννάκης, που δε σ'αφήνει κανένα περιθώριο ν' αμφισβητήσεις
αυτά που λέει. Και γίνεται. Αλλά και το πιο σπουδαίο, όσο
μεγαλώνει, βελτιώνει και το ύφος του. Σοβαρός! Πολύ σοβαρός !
Τόσο σοβαρός που μερικοί νομίζουν πως είναι γιατρός! Πολλοί
λένε "αυτό ξεπερνάει και τα όρια της σοβαρότητας, κοντεύει να
φτάσει τη σοβαροφάνεια!"
Αγράμματοι καθώς είναι οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν πως
η σοβαροφάνεια είναι πιό μεγάλο από το σοβαρός. Τους εντυπωσιάζει
εκείνο το "φάνεια". Όπως λέμε "Θεοφάνεια"!
Δεν έχει σημασία ποιά ιδέα θα βάλεις στο μυαλό σου. Όλες οι
ιδέες το ίδιο είναι. Τί νομίζετε πως διαφέρουν οι ιδέες μεταξύ
τους. Ελάχιστα. Να, "μια ιδέα", που λέμε.
Αυτά σκεφτόταν ο ανθρωπος , όταν, αποκαμωμένος απ' τη δουλειά
της μέρας, είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας
και με γυρμένο το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του
μισόκλειστα παρακολουθούαε δυό μύγες να κυνηγιούνται. Θυμήθηκε,
όταν ήταν μαθητής, την ώρα του μαθήματος, έτσι και περνούσαν
από μπροστά του μύγες - κι είχε πολλές τότε - έ, δεν τη γλυτώνανε.
Με μια κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει
το φόρτε, τις έπιανε και τις δύο μαζί.
Για μιά στιγμή σκέφτηκε το κάνει και τώρα, έτσι για να θυμηθεί
τα σχολικά του χρόνια, αλλά παραιτήθηκε. Δεν είναι επειδή αυτό
δεν ταιριάζει με τη σοβαρότητα ενός ενήλικα. Όχι, απλά όταν
περνούν τα χρόνια "το μεν πνεύμα πρόθυμο, αλλά η σαρξ ...."
Τα χρόνια! Τι να σου πω. Έτσι και πέρναγε απ' το μυαλό του
αυτή η λέξη, μελαγχολούσε, Πώς πέρασαν τόσο γρήγορα! Αισθανόταν
ένοχος που τ'άφησε να περάσουν. Τί μπορούσε να κάνει άλλωστε.
Να τα σταματήσει; Πώς; Με χρονοφράγματα;
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε
που λένε. Βέβαια δεν έγινε επιστήμονας. Έκανε και οικογένεια.
Τα παιδιά του τον πέρασαν στο μπόϊ. Όπου νάναι, η κόρη του θα
του φέρει και εγγονάκι. Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή. Ούτε και
κείνος ξέρει.
Και σε λίγες μέρες, να και το Πάσχα. Θα πάει στο στο χωριό του.
Στην αυλή του πατρικού σπιτιού του. Θα ψήσει τ'αρνάκι στη σούβλα.
Θα ταουγκρίσει τα κόκκίνα αυγά. Θα τραγουόήοει. Θα χορέψει και
τσάμικο. Και... και... και.. Μόνο να μη ξεχάσει να πάρει μαζί
του το ψάθινο καπέλλο του και τον αρπάξει ο ήλιος...
Στο επόμενο,(2), η συνέχεια
φυσικά από τον Χρυσόστομο.
Γράφει ο Χρυσόστομος.
Άμα βάλεις στο μυαλό σου μιά ιδέα, λένε, και την αφήσεις να
μουλιάσει στο υποσυνείδητό σου, λένε, κάποτε θα μπορέσεις να
την πραγματοποιήσεις, λένε.
Το ίδιο ισχύει, αν την ιδέα σου σου τη βάλει κάποιος άλλος,λένε.
Πιό πολύ ισχύει αυτό που λένε, αν την ιδέα τη βάλεις στο μυαλό
σου από μικρό παιδί.
- Τί θα γίνεις, όταν μεγαλώσεις, Γιαννάκη;
- Εγώ θα γίνω επιστήμονας! λέει και παίρνει ένα ύφος τόσο σοβαρό
ο Γιαννάκης, που δε σ'αφήνει κανένα περιθώριο ν' αμφισβητήσεις
αυτά που λέει. Και γίνεται. Αλλά και το πιο σπουδαίο, όσο
μεγαλώνει, βελτιώνει και το ύφος του. Σοβαρός! Πολύ σοβαρός !
Τόσο σοβαρός που μερικοί νομίζουν πως είναι γιατρός! Πολλοί
λένε "αυτό ξεπερνάει και τα όρια της σοβαρότητας, κοντεύει να
φτάσει τη σοβαροφάνεια!"
Αγράμματοι καθώς είναι οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν πως
η σοβαροφάνεια είναι πιό μεγάλο από το σοβαρός. Τους εντυπωσιάζει
εκείνο το "φάνεια". Όπως λέμε "Θεοφάνεια"!
Δεν έχει σημασία ποιά ιδέα θα βάλεις στο μυαλό σου. Όλες οι
ιδέες το ίδιο είναι. Τί νομίζετε πως διαφέρουν οι ιδέες μεταξύ
τους. Ελάχιστα. Να, "μια ιδέα", που λέμε.
Αυτά σκεφτόταν ο ανθρωπος , όταν, αποκαμωμένος απ' τη δουλειά
της μέρας, είχε ακουμπήσει την πλάτη του στην πλάτη της καρέκλας
και με γυρμένο το κεφάλι του προς τα πίσω και τα μάτια του
μισόκλειστα παρακολουθούαε δυό μύγες να κυνηγιούνται. Θυμήθηκε,
όταν ήταν μαθητής, την ώρα του μαθήματος, έτσι και περνούσαν
από μπροστά του μύγες - κι είχε πολλές τότε - έ, δεν τη γλυτώνανε.
Με μια κίνηση του χεριού του, σα μαέστρος σε ορχήστρα που δίνει
το φόρτε, τις έπιανε και τις δύο μαζί.
Για μιά στιγμή σκέφτηκε το κάνει και τώρα, έτσι για να θυμηθεί
τα σχολικά του χρόνια, αλλά παραιτήθηκε. Δεν είναι επειδή αυτό
δεν ταιριάζει με τη σοβαρότητα ενός ενήλικα. Όχι, απλά όταν
περνούν τα χρόνια "το μεν πνεύμα πρόθυμο, αλλά η σαρξ ...."
Τα χρόνια! Τι να σου πω. Έτσι και πέρναγε απ' το μυαλό του
αυτή η λέξη, μελαγχολούσε, Πώς πέρασαν τόσο γρήγορα! Αισθανόταν
ένοχος που τ'άφησε να περάσουν. Τί μπορούσε να κάνει άλλωστε.
Να τα σταματήσει; Πώς; Με χρονοφράγματα;
Γύριζε τη σκέψη του στην προηγούμενη ζωή. Καλά πέρασε. Πρόκοψε
που λένε. Βέβαια δεν έγινε επιστήμονας. Έκανε και οικογένεια.
Τα παιδιά του τον πέρασαν στο μπόϊ. Όπου νάναι, η κόρη του θα
του φέρει και εγγονάκι. Τί θέλει άλλο απ' τη ζωή. Ούτε και
κείνος ξέρει.
Και σε λίγες μέρες, να και το Πάσχα. Θα πάει στο στο χωριό του.
Στην αυλή του πατρικού σπιτιού του. Θα ψήσει τ'αρνάκι στη σούβλα.
Θα ταουγκρίσει τα κόκκίνα αυγά. Θα τραγουόήοει. Θα χορέψει και
τσάμικο. Και... και... και.. Μόνο να μη ξεχάσει να πάρει μαζί
του το ψάθινο καπέλλο του και τον αρπάξει ο ήλιος...
Στο επόμενο,(2), η συνέχεια
φυσικά από τον Χρυσόστομο.
Ετικέτες
syllomesour
Ζήτω οι πιτσιρίκοι !
Ο ένας πιτσιρίκος:
- Εμείς στο σπίτι μας πίνουμε νερό που εμφιαλώνεται στη πηγή!
Κάνει καλό στο σώμα...
Κι ο άλλος αμέσως τον κόβει:
- Εμείς όμως πίνουμε "νεράκι του Θεού"! Κάνει καλό στο σώμα
και στη ψυχή...
.
- Εμείς στο σπίτι μας πίνουμε νερό που εμφιαλώνεται στη πηγή!
Κάνει καλό στο σώμα...
Κι ο άλλος αμέσως τον κόβει:
- Εμείς όμως πίνουμε "νεράκι του Θεού"! Κάνει καλό στο σώμα
και στη ψυχή...
.
Ετικέτες
syllomesour
Ο κυρ Αλέκος και το σορτάκι του
,
Μυθιστόρημα τύπου W.C.
(Τα μυθιστορήματα τύπου W.C. για να τα διαβάσετε χρειάζεται τόσος
χρόνος όσο διαρκεί μιά νορμάλ αφόδευση. Στους ... δυσκοίλιους συνιστούμε
να τα -δια-βά-ζουν - συλ-λα-βι-στά...)
Τίτλος. Ο κυρ Αλέκος και το σορτάκι του.
Ο κυρ Αλέκος στα δεκαοχτώ του είχε τελειώσει με "λίαν καλώς" το εξατάξιο
Γυμνάσιο, διαγωγή "κοσμιωτάτη", και είχε μάθει και λίγα Αγγλικούλια από
μία μέθοδο άνευ διδασκάλου που του είχε χαρίσει ένας καθηγητής του
γιατί τον έβλεπε που του άρεζε η μάθηση.
Στο Πανεπιστήμιο δε θέλησε να πάει γιατί τα έξοδα ήταν πολλά. Ούτε
όμως η μάνα του τον άφησε να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα του
που είχε κρεοπωλείο γιατί σιχαινόταν τα αίματα.
Πήγε λοιπόν για λίγο καιρό σε μία "σχολή ελευθέρων σπουδών" όπου
έμαθε λίγα λογιστικά και γραφομηχανή και γύρισε στο χωριό με την ελπίδα
να προσληφθεί στην Κοινότητα που λέγαν πως θα γίνονταν Δήμος, γιατί
το χωριό είχε μεγαλώσει αρκετά.
Η αλήθεια είναι πως η Κοινότητα έγινε Δήμος, αλλά ο κυρ Αλέκος δεν
διορίοτηκε. Έτσι αποφάσισε να ανοίξει ένα γραφείο "αιτήσεις - δηλώσεις
κλπ" για να μπορέσει να κερδίσει το ψωμί του.
Τον πρώτο καιρό τα πράγματα ήταν δύσκολα γιατί είχε πολύ ανταγωνισμό
από ένα γέρο λογιστή. Ευτυχώς όμως γι αυτόν, ο παλιός λογιστής τα
παράτησε γρήγορα, γιατί είχε καμπουριάσει απ' τ' αρθριτικά και δεν
μπορούσε να κάθεται στην καρέκλα. Όμως και πάλι η δουλειά ήταν λίγη.
Τί να συνέβαινε άραγε.
Ένα μεσημέρι που πέρναγε από την πλατεία του χωριού για να πάει στο
σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό είδε ένα γκρουπ από τουρίστες που
κατέβηκαν από ένα λεωφορείο και μπαίναν στη σειρά για να πιούν νερό
απο τη βρύση της πλατείας.
Όλοι φορούσαν σορτάκια. Άντρες και γυναίκες. Αγάθεψε.
Πλησίασε δισταχτικά και σε λίγο οι τουρίστες τον είχαν περικυκλώσει και
τον τρέλαναν στις ερωτήσεις μόλις είδαν ότι μιλούσε αγγλικά. Γιά πρώτη
φορά στη ζωή του ένοιωσε τόσο περήφανος. Ήθελε εκείνη την ώρα να τον
έβλεπε ο Δήμαρχος που δεν τον είχε διορίσει στο Δημαρχείο να σκάσει
από τη ζήλεια.
Την ώρα που οι τουρίστες ανέβαιναν βιαστικά στο λεωφορείο που κορνάρισε
τόλμησε να ρωτήσει.
- Εξκιούζ με σερ. Γιατί όλοι φοράτε σορτάκια;
Ο τελευταίος τουρίατας καθώς ανέβαινε γύρισε και του είπε:
- Φορ δη αρθρίτις... Για τ' αρθριτικά. Κάνει καλό. Γκουτ.
Την άλλη μέρα στο γραφείο του περήφανος εξιστορούσε στη βοηθό του
τη Βασούλα τα χθεσινά του κατορθώματα και για το σορτάκι που φορούσε.
Η Βασούλα η βοηθός του πάντοτε τον θαύμαζε και απ' αυτόν μάθαινε τα
πάντα. Έτσι την επομένη, νάσου και η Βασούλα με σορτάκι.
Τον κυρ Αλέκο δεν τον χώραγε ο τόπος. Κοίταζε μια το δικό του σορτάκι
και μια εκείνης κι όλο σκεφτόταν. "Δεν θα είναι πολύ μικρή για μένα;..."
Ο καιρός περνούσε. Η δουλειά μέρα με τη μέρα αύξανε. Όλοι στο χωριό
έτρεχαν στον κυρ Αλέκο να τους κάνει τα χαρτιά. Και, να το χρήμα γέμιζε
τις τσέπες του κυρ Αλέκου.
Αγόρασε τηλεόραση, βίντεο, αυτοκίνητο. Πήρε κι ένα κτήμα. Άρχισε και τις
καλλιέργειες που τούλεγαν οι πελάτες του. Δέντρα, ζαρζαβάτια , κρεμυδάκια.
Εκείνο που δεν πολυκατάλαβε ήταν όταν του είπε ο γιατρός να κάνει
"καλιέργεια ούρων".
Κι όλο σκεφτόταν για τη Βασούλα. " Μήπως είναι πολύ μικρή για μένα.".
Εκείνη τη μέρα η Βασούλα δεν ήρθε στο γραφείο. Το νέο αμέσως
κυκλοφόρηοε.
Η Βασούλα "κλέφτηκε" με το γιο του μανάβη!
Έτσι εξηγείται πού ο μανάβης είχε αρχίσει να κάνει φορολογικές
δηλώσεις για το Φιπιά.
Στ' αυτιά του κυρ Αλέκου ξανακούατηκε η κόρνα του λεωφορείου των
τουριστών. Γιατί να μη ρωτήσει νωρίτερα τους τουρίστες για τα σορτάκια...
Κάτι παραπάνω θα μάθαινε!..
.=========
" Ποιό καλή η μοναξιά" (στίχος τραγουδιού)
... όταν είσαι με παρέα...
.
Μυθιστόρημα τύπου W.C.
(Τα μυθιστορήματα τύπου W.C. για να τα διαβάσετε χρειάζεται τόσος
χρόνος όσο διαρκεί μιά νορμάλ αφόδευση. Στους ... δυσκοίλιους συνιστούμε
να τα -δια-βά-ζουν - συλ-λα-βι-στά...)
Τίτλος. Ο κυρ Αλέκος και το σορτάκι του.
Ο κυρ Αλέκος στα δεκαοχτώ του είχε τελειώσει με "λίαν καλώς" το εξατάξιο
Γυμνάσιο, διαγωγή "κοσμιωτάτη", και είχε μάθει και λίγα Αγγλικούλια από
μία μέθοδο άνευ διδασκάλου που του είχε χαρίσει ένας καθηγητής του
γιατί τον έβλεπε που του άρεζε η μάθηση.
Στο Πανεπιστήμιο δε θέλησε να πάει γιατί τα έξοδα ήταν πολλά. Ούτε
όμως η μάνα του τον άφησε να συνεχίσει τη δουλειά του πατέρα του
που είχε κρεοπωλείο γιατί σιχαινόταν τα αίματα.
Πήγε λοιπόν για λίγο καιρό σε μία "σχολή ελευθέρων σπουδών" όπου
έμαθε λίγα λογιστικά και γραφομηχανή και γύρισε στο χωριό με την ελπίδα
να προσληφθεί στην Κοινότητα που λέγαν πως θα γίνονταν Δήμος, γιατί
το χωριό είχε μεγαλώσει αρκετά.
Η αλήθεια είναι πως η Κοινότητα έγινε Δήμος, αλλά ο κυρ Αλέκος δεν
διορίοτηκε. Έτσι αποφάσισε να ανοίξει ένα γραφείο "αιτήσεις - δηλώσεις
κλπ" για να μπορέσει να κερδίσει το ψωμί του.
Τον πρώτο καιρό τα πράγματα ήταν δύσκολα γιατί είχε πολύ ανταγωνισμό
από ένα γέρο λογιστή. Ευτυχώς όμως γι αυτόν, ο παλιός λογιστής τα
παράτησε γρήγορα, γιατί είχε καμπουριάσει απ' τ' αρθριτικά και δεν
μπορούσε να κάθεται στην καρέκλα. Όμως και πάλι η δουλειά ήταν λίγη.
Τί να συνέβαινε άραγε.
Ένα μεσημέρι που πέρναγε από την πλατεία του χωριού για να πάει στο
σπίτι για το μεσημεριανό φαγητό είδε ένα γκρουπ από τουρίστες που
κατέβηκαν από ένα λεωφορείο και μπαίναν στη σειρά για να πιούν νερό
απο τη βρύση της πλατείας.
Όλοι φορούσαν σορτάκια. Άντρες και γυναίκες. Αγάθεψε.
Πλησίασε δισταχτικά και σε λίγο οι τουρίστες τον είχαν περικυκλώσει και
τον τρέλαναν στις ερωτήσεις μόλις είδαν ότι μιλούσε αγγλικά. Γιά πρώτη
φορά στη ζωή του ένοιωσε τόσο περήφανος. Ήθελε εκείνη την ώρα να τον
έβλεπε ο Δήμαρχος που δεν τον είχε διορίσει στο Δημαρχείο να σκάσει
από τη ζήλεια.
Την ώρα που οι τουρίστες ανέβαιναν βιαστικά στο λεωφορείο που κορνάρισε
τόλμησε να ρωτήσει.
- Εξκιούζ με σερ. Γιατί όλοι φοράτε σορτάκια;
Ο τελευταίος τουρίατας καθώς ανέβαινε γύρισε και του είπε:
- Φορ δη αρθρίτις... Για τ' αρθριτικά. Κάνει καλό. Γκουτ.
Την άλλη μέρα στο γραφείο του περήφανος εξιστορούσε στη βοηθό του
τη Βασούλα τα χθεσινά του κατορθώματα και για το σορτάκι που φορούσε.
Η Βασούλα η βοηθός του πάντοτε τον θαύμαζε και απ' αυτόν μάθαινε τα
πάντα. Έτσι την επομένη, νάσου και η Βασούλα με σορτάκι.
Τον κυρ Αλέκο δεν τον χώραγε ο τόπος. Κοίταζε μια το δικό του σορτάκι
και μια εκείνης κι όλο σκεφτόταν. "Δεν θα είναι πολύ μικρή για μένα;..."
Ο καιρός περνούσε. Η δουλειά μέρα με τη μέρα αύξανε. Όλοι στο χωριό
έτρεχαν στον κυρ Αλέκο να τους κάνει τα χαρτιά. Και, να το χρήμα γέμιζε
τις τσέπες του κυρ Αλέκου.
Αγόρασε τηλεόραση, βίντεο, αυτοκίνητο. Πήρε κι ένα κτήμα. Άρχισε και τις
καλλιέργειες που τούλεγαν οι πελάτες του. Δέντρα, ζαρζαβάτια , κρεμυδάκια.
Εκείνο που δεν πολυκατάλαβε ήταν όταν του είπε ο γιατρός να κάνει
"καλιέργεια ούρων".
Κι όλο σκεφτόταν για τη Βασούλα. " Μήπως είναι πολύ μικρή για μένα.".
Εκείνη τη μέρα η Βασούλα δεν ήρθε στο γραφείο. Το νέο αμέσως
κυκλοφόρηοε.
Η Βασούλα "κλέφτηκε" με το γιο του μανάβη!
Έτσι εξηγείται πού ο μανάβης είχε αρχίσει να κάνει φορολογικές
δηλώσεις για το Φιπιά.
Στ' αυτιά του κυρ Αλέκου ξανακούατηκε η κόρνα του λεωφορείου των
τουριστών. Γιατί να μη ρωτήσει νωρίτερα τους τουρίστες για τα σορτάκια...
Κάτι παραπάνω θα μάθαινε!..
.=========
" Ποιό καλή η μοναξιά" (στίχος τραγουδιού)
... όταν είσαι με παρέα...
.
Ετικέτες
syllomesour
Τα δεκαπενταύγουστα
(Σεπτ 89 "ένα το μήνα", ένα τεύχος για όλους κατάλληλο, σε σκληρό χαρτί.
Ελπίζω να θυμάστε ότι το προηγούμενο μήνα ο σύλλογος σας είχε χορηγή
σει από ένα ρολό χαρτί υγείας για να μη χρησιμοποιείτε τα τεύχη του "συλ-
λομεσούρ".)
Τίτλος, Το δεύτερο δεκαπενταύγουστο του Αυγούστου.
Μυθιστόρημα τύπου "Αννούλα" εμπνευσμένο από τρία παιδιά Βολιώτικα.
Ήταν οι πρώτες μέρες που άρχισαν να λειτουργούν τα δημοτικά σχολεία
κι οι πιτσιρίκοι τις περισσότερες ώρες τις πέρναγαν στην αυλή του σχολείου!
Κάτι οι δάσκαλοι κουρασμένοι απ τις διακοπές. Κάτι τα βιβλία δεν τυπώ-
θηκαν ακόμα. Κάτι από δω, κάτι σπό κεί, άμα δεν γενηθεί ο Χριστούλης,
τα μαθήματα δε μπορούν να μπούν σε ρέγουλα.
Η καθαρίστρια του σχολείου χάζευε και κρυφοκαμάρωνε αυτά τα ζωντανά
και πολλές φορές ενοχλητικά παιδάκια, αλλά τ' αγαπούσε όλα γιατί δεν την
ξεχνούοανε. Κάθε φορά που οι δάσκαλοι έγραφαν στους πίνακες "Μη
ξεχνάτε τις υποχρεώσεις σας" όλα τα παιδάκια έδιναν στην καθαρίστρια
το χαρτσιλίκι της.
— Τί θέλουν και τα τυρανάνε τα καημένα, σκεφτόταν. Εγώ σαράντα χρόνια
μπαινοβγαίνω στα σχολεία κι ακόμα τίποτε δεν κατάφερα στη ζωή μου.
Ούτε μια σύνταξη δε μπόρεσα να πάρω.
— Εγώ, έλεγε δυνατά εκείνη τη στιγμή ο πρώτος πιτσιρίκος και διέκοψε
τις σκέψεις της καθαρίστριας, Εμείς, ο μπαμπάς μου πήρε ένα μήνα άδεια
τον Ιούλιο γιατί είναι δημόσιος υπάλληλος και πήγαμε διακοπές με τη μαμά
και την αδελφή μου στους Κύκλωπες!
— Ποιούς Κύκλωπες, ρε παραμυθά, του λέει ο δεύτερος. Τί είναι αυτό,
τρώγεται;
— Στα νησιά, βρε, συνεχίζει ο πρώτος, στα νησιά του Αιγαίου.
— Ά, κατάλαβα, λέει ο δεύτερος. Στις Κυκλάδες θες να πεις.
— Τί Κυκλάδες και τί Κύκλωπες, λέει ο πρώτος. Ξέρεις τι ωραία ήτανε!
Σου είπα εμένα ο μπαμπάς μου είναι δημόσιος υπάλληλος και πήραμε ένα
μήνα άδεια τον Ιούλιο...
Κάπου κει τον διακόπτει ο δεύτερος
— Καλά, καλά, ξέρουμε και πήγατε στους Κύκλωπες... Εμείς όμως,
συνεχίζει ο δεύτερος, με τη μαμά και την αδελφή μου (αυτός αδελφή δεν
είχε, η μητέρα του ήταν έγκυος για το δεύτερο) πήγαμε στο χωριό του
μπαμπά, στο σπίτι της γιαγιάς και περάσαμε όλο το καλοκαίρι στο χωριό.
Ο μπαμπάς είχε δουλειά κι ερχόταν μόνο τα Σαβατοκύριακα. Εκεί να δεις
πράσινο. Εκεί να δεις δροσιά κάτω απ' τα δέντρα. Σκέτος παράδεισος .
Εσύ, ρε, γύρισε και ρώτησε το τρίτο παιδάκι που κάθονταν σιωπηλό. Εσύ
πού πήγες;
Το τρίτο παιδάκι δε βιάστηκε ν' απαντήσει. Σα κινηματογραφική ταινία
πέρασε απ' το μυαλό του όλο το καλοκαίρι.
Ο πατέρας του ήταν άρωστος στο νοσοκομείο. Η μητέρα του μιά στη
δουλειά, μια στο νοσοκομείο. Κι αυτός στο σπίτι κράταγε συντροφιά και
τάΐζε τη μικρότερη αδελφή του. Γύρισε με τρόπο και σκούπισε με το χέρι
του ένα δάκρυ που κύλισε απ' τα μάτια του και μετά με περηφάνεια γυρίζει
στους άλλους δύο πιτσιρίκους και λέει.
— Εγώ, ρε, εμείς, φύγαμε γ:α διακοπές το δεύτερο δεκαπενταύγουστο του
Αυγούστου...
Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σχολείου και η καθαρίστρια που
είχε ακούσει τα τρία παιδιά, όταν έμεινε μόνη στο διάδρομο, σκεφτόταν.
"Του χρόνου, πρώτα ο Θεός, άμα είμαι ζωντανή, λέω κι εγώ να πάρω τις
διακοπές μου, τις πρώτες διακοπές της ζωής μου, το πρώτο
δεκαπενταύγουστο του Αυγούστου..."
Μαρία με τα κίτρινα
================
Η Αγγλική άνευ διδασκάλου.
Συμπληρώστε:
- Touch me anywhere..........................( I am, you want )
-------------------
Eρωτήσεις.
- Σαφής ερώτηση: "Με τί περνάμε, με Γρηγόρη ή με Σταμάτη;"
- Ασαφής ερώτηση: "Με τι περνάμε, με κόκινο ή με πράσινο;"
Εδώ μπορεί να σας πουν: "Εγώ περνάω με μπλε!"
-----------------------
Ερωτική ιστορία ταχύτητας.
Του άρεοε πολύ η μυτούλα της η πουαντύ.
Πήγανε για ένα τσίν-τσίν και βρέθηκαν τσίκ του τσίκ !
--
Ελπίζω να θυμάστε ότι το προηγούμενο μήνα ο σύλλογος σας είχε χορηγή
σει από ένα ρολό χαρτί υγείας για να μη χρησιμοποιείτε τα τεύχη του "συλ-
λομεσούρ".)
Τίτλος, Το δεύτερο δεκαπενταύγουστο του Αυγούστου.
Μυθιστόρημα τύπου "Αννούλα" εμπνευσμένο από τρία παιδιά Βολιώτικα.
Ήταν οι πρώτες μέρες που άρχισαν να λειτουργούν τα δημοτικά σχολεία
κι οι πιτσιρίκοι τις περισσότερες ώρες τις πέρναγαν στην αυλή του σχολείου!
Κάτι οι δάσκαλοι κουρασμένοι απ τις διακοπές. Κάτι τα βιβλία δεν τυπώ-
θηκαν ακόμα. Κάτι από δω, κάτι σπό κεί, άμα δεν γενηθεί ο Χριστούλης,
τα μαθήματα δε μπορούν να μπούν σε ρέγουλα.
Η καθαρίστρια του σχολείου χάζευε και κρυφοκαμάρωνε αυτά τα ζωντανά
και πολλές φορές ενοχλητικά παιδάκια, αλλά τ' αγαπούσε όλα γιατί δεν την
ξεχνούοανε. Κάθε φορά που οι δάσκαλοι έγραφαν στους πίνακες "Μη
ξεχνάτε τις υποχρεώσεις σας" όλα τα παιδάκια έδιναν στην καθαρίστρια
το χαρτσιλίκι της.
— Τί θέλουν και τα τυρανάνε τα καημένα, σκεφτόταν. Εγώ σαράντα χρόνια
μπαινοβγαίνω στα σχολεία κι ακόμα τίποτε δεν κατάφερα στη ζωή μου.
Ούτε μια σύνταξη δε μπόρεσα να πάρω.
— Εγώ, έλεγε δυνατά εκείνη τη στιγμή ο πρώτος πιτσιρίκος και διέκοψε
τις σκέψεις της καθαρίστριας, Εμείς, ο μπαμπάς μου πήρε ένα μήνα άδεια
τον Ιούλιο γιατί είναι δημόσιος υπάλληλος και πήγαμε διακοπές με τη μαμά
και την αδελφή μου στους Κύκλωπες!
— Ποιούς Κύκλωπες, ρε παραμυθά, του λέει ο δεύτερος. Τί είναι αυτό,
τρώγεται;
— Στα νησιά, βρε, συνεχίζει ο πρώτος, στα νησιά του Αιγαίου.
— Ά, κατάλαβα, λέει ο δεύτερος. Στις Κυκλάδες θες να πεις.
— Τί Κυκλάδες και τί Κύκλωπες, λέει ο πρώτος. Ξέρεις τι ωραία ήτανε!
Σου είπα εμένα ο μπαμπάς μου είναι δημόσιος υπάλληλος και πήραμε ένα
μήνα άδεια τον Ιούλιο...
Κάπου κει τον διακόπτει ο δεύτερος
— Καλά, καλά, ξέρουμε και πήγατε στους Κύκλωπες... Εμείς όμως,
συνεχίζει ο δεύτερος, με τη μαμά και την αδελφή μου (αυτός αδελφή δεν
είχε, η μητέρα του ήταν έγκυος για το δεύτερο) πήγαμε στο χωριό του
μπαμπά, στο σπίτι της γιαγιάς και περάσαμε όλο το καλοκαίρι στο χωριό.
Ο μπαμπάς είχε δουλειά κι ερχόταν μόνο τα Σαβατοκύριακα. Εκεί να δεις
πράσινο. Εκεί να δεις δροσιά κάτω απ' τα δέντρα. Σκέτος παράδεισος .
Εσύ, ρε, γύρισε και ρώτησε το τρίτο παιδάκι που κάθονταν σιωπηλό. Εσύ
πού πήγες;
Το τρίτο παιδάκι δε βιάστηκε ν' απαντήσει. Σα κινηματογραφική ταινία
πέρασε απ' το μυαλό του όλο το καλοκαίρι.
Ο πατέρας του ήταν άρωστος στο νοσοκομείο. Η μητέρα του μιά στη
δουλειά, μια στο νοσοκομείο. Κι αυτός στο σπίτι κράταγε συντροφιά και
τάΐζε τη μικρότερη αδελφή του. Γύρισε με τρόπο και σκούπισε με το χέρι
του ένα δάκρυ που κύλισε απ' τα μάτια του και μετά με περηφάνεια γυρίζει
στους άλλους δύο πιτσιρίκους και λέει.
— Εγώ, ρε, εμείς, φύγαμε γ:α διακοπές το δεύτερο δεκαπενταύγουστο του
Αυγούστου...
Εκείνη την ώρα χτύπησε το κουδούνι του σχολείου και η καθαρίστρια που
είχε ακούσει τα τρία παιδιά, όταν έμεινε μόνη στο διάδρομο, σκεφτόταν.
"Του χρόνου, πρώτα ο Θεός, άμα είμαι ζωντανή, λέω κι εγώ να πάρω τις
διακοπές μου, τις πρώτες διακοπές της ζωής μου, το πρώτο
δεκαπενταύγουστο του Αυγούστου..."
Μαρία με τα κίτρινα
================
Η Αγγλική άνευ διδασκάλου.
Συμπληρώστε:
- Touch me anywhere..........................( I am, you want )
-------------------
Eρωτήσεις.
- Σαφής ερώτηση: "Με τί περνάμε, με Γρηγόρη ή με Σταμάτη;"
- Ασαφής ερώτηση: "Με τι περνάμε, με κόκινο ή με πράσινο;"
Εδώ μπορεί να σας πουν: "Εγώ περνάω με μπλε!"
-----------------------
Ερωτική ιστορία ταχύτητας.
Του άρεοε πολύ η μυτούλα της η πουαντύ.
Πήγανε για ένα τσίν-τσίν και βρέθηκαν τσίκ του τσίκ !
--
Ετικέτες
syllomesour
Άλλη μια απούσα
Άλλη μια απούσα
Πού νάσαι, πού νάσαι,
μου λείπεις κι απόψε!
Μπορείς και κοιμάσαι
μονάχη κι εσύ;
Πού νάσαι, πού νάσαι,
ας τόξερα μόνο
ναρχόμουν να πιούμε
λιγάκι κρασί.
Κρασί της αγάπης
που μόνο ενώνει
εσένα κι εμένα
για νέα ζωή.
Γ.Μ.
Πού νάσαι, πού νάσαι,
μου λείπεις κι απόψε!
Μπορείς και κοιμάσαι
μονάχη κι εσύ;
Πού νάσαι, πού νάσαι,
ας τόξερα μόνο
ναρχόμουν να πιούμε
λιγάκι κρασί.
Κρασί της αγάπης
που μόνο ενώνει
εσένα κι εμένα
για νέα ζωή.
Γ.Μ.
Ετικέτες
ποιήματα,
syllomesour
Η Γαλήνη.
(Αν η ειρήνη ήταν σαν την "ωραία Ελένη" θα είχαμε πόλεμο Τρωικό
και όχι πυρηνικό.)
Εκείνο το πρωί - ποιός τάχα μπορεί να είναι βέβαιος - δεν ήταν βέβαιος
αν είχε ξυπνήσει. Του φάνηκε πως έβλεπε τους έλληνες και τις ελληνίδες
να σηκώνονται απο τα κρεβάτια τους μ' ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο
πρόσωπο τους. Ύστερα, αφού έφαγαν το πρωινό τους και ήπιαν και απο
ένα ποτήρι χυμό φρoύτων, ξεκίνησαν εύθυμοι για τις δουλειές τους. Τα
παιδιά πήραν τις τσάντες τους και δρόμο για το σχολείο. Τα μωρά πήραν
τις πιπίλες τους και τις ρουφούσαν αχόρταγα. Και οι γιαγιές παραξενεύ-
ονταν πως δεν κατουρήθηκαν πάνω τους από τη χαρά τους.
Εκείνη τη μέρα κανείς υπουργός, κανένα σωματείο, κανένας αθλητικός
παράγοντας δεν είχε κάνει καμιά δήλωση. Κανένα έγκλημα ή τροχαίο
δυστύχημα ή πυρκαγιά δεν αναφέρθηκε. Οι εφημερίδες δεν κυκλοφόρη-
σαν γιατί δεν είχαν καμιά είδηση να γράψουν. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί
δεν έκαναν κανένα σχόλιο, αλλά έπαιζαν συνεχώς δημοτικά και λαϊκά
τραγούδια. Σε λίγο ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους και άρχισε να
χορεύει.
Τί να συνέβαινε άραγε;
Μήπως κάποιος αρμόδιος είχε ανακηρύξει τούτη τη μέρα σαν πανελλήνια
ημέρα γαλήνης;
Εκείνο το πρωί - ποιός τάχα μπορεί να είναι βέβαιος - δεν ήταν βέβαιος
αν είχε ξυπνήσει. Μα αν αυτό που έβλεπε ήταν όνειρο - σκεφτόταν - τότε
τί πείραζε να μη ξυπνούσε για πάντα. εκείνο το πρωί ...
Μαρία με τα κίτρινα
----------
Ήταν φανερό, του έλειπε η γυναίκα. 'Ηταν ένας άνδρας ...
----------
Αρραβώνες.
Ο κ.Χ και η δ. Ψ. ετέλεσαν τους αρραβώνες τους.
Τους ευχόμαστε να καταλήξουν σε γάμο...
και όχι πυρηνικό.)
Εκείνο το πρωί - ποιός τάχα μπορεί να είναι βέβαιος - δεν ήταν βέβαιος
αν είχε ξυπνήσει. Του φάνηκε πως έβλεπε τους έλληνες και τις ελληνίδες
να σηκώνονται απο τα κρεβάτια τους μ' ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στο
πρόσωπο τους. Ύστερα, αφού έφαγαν το πρωινό τους και ήπιαν και απο
ένα ποτήρι χυμό φρoύτων, ξεκίνησαν εύθυμοι για τις δουλειές τους. Τα
παιδιά πήραν τις τσάντες τους και δρόμο για το σχολείο. Τα μωρά πήραν
τις πιπίλες τους και τις ρουφούσαν αχόρταγα. Και οι γιαγιές παραξενεύ-
ονταν πως δεν κατουρήθηκαν πάνω τους από τη χαρά τους.
Εκείνη τη μέρα κανείς υπουργός, κανένα σωματείο, κανένας αθλητικός
παράγοντας δεν είχε κάνει καμιά δήλωση. Κανένα έγκλημα ή τροχαίο
δυστύχημα ή πυρκαγιά δεν αναφέρθηκε. Οι εφημερίδες δεν κυκλοφόρη-
σαν γιατί δεν είχαν καμιά είδηση να γράψουν. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί
δεν έκαναν κανένα σχόλιο, αλλά έπαιζαν συνεχώς δημοτικά και λαϊκά
τραγούδια. Σε λίγο ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους και άρχισε να
χορεύει.
Τί να συνέβαινε άραγε;
Μήπως κάποιος αρμόδιος είχε ανακηρύξει τούτη τη μέρα σαν πανελλήνια
ημέρα γαλήνης;
Εκείνο το πρωί - ποιός τάχα μπορεί να είναι βέβαιος - δεν ήταν βέβαιος
αν είχε ξυπνήσει. Μα αν αυτό που έβλεπε ήταν όνειρο - σκεφτόταν - τότε
τί πείραζε να μη ξυπνούσε για πάντα. εκείνο το πρωί ...
Μαρία με τα κίτρινα
----------
Ήταν φανερό, του έλειπε η γυναίκα. 'Ηταν ένας άνδρας ...
----------
Αρραβώνες.
Ο κ.Χ και η δ. Ψ. ετέλεσαν τους αρραβώνες τους.
Τους ευχόμαστε να καταλήξουν σε γάμο...
Ετικέτες
syllomesour
Έκτακτο
Για να δροσιστείτε.
1ο. Βγάλτε την κεραία της τηλεόρασης, θα εχετε στην οθόνη σας
χιόνια.
2ο. Πάρτε τηλέφωνο σε ραδιοφωνικό σταθμό, να σας βγάλει στον
αέρα.
3ο. Τρώτε αγγουράκια, ένας στους δύο δροσίζεται.
4ο Όταν το κάνετε, ό,τι κι αν κάνετε, αναπνέετε ρυθμικά.
-
1ο. Βγάλτε την κεραία της τηλεόρασης, θα εχετε στην οθόνη σας
χιόνια.
2ο. Πάρτε τηλέφωνο σε ραδιοφωνικό σταθμό, να σας βγάλει στον
αέρα.
3ο. Τρώτε αγγουράκια, ένας στους δύο δροσίζεται.
4ο Όταν το κάνετε, ό,τι κι αν κάνετε, αναπνέετε ρυθμικά.
-
Ετικέτες
syllomesour
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)